Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 16ης Ιουνίου 2021 (Αποσπάσματα)


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)


της 16ης Ιουνίου 2021 (*)


«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Κοινωνική ασφάλιση – Άρθρο 73 του ΚΥΚ – Κοινή ρύθμιση σχετικά με την ασφάλιση κατά των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής ασθένειας – Επαγγελματική ασθένεια – Άρθρο 9 – Αίτηση επιστροφής ιατρικών εξόδων – Άρθρο 23 – Γνωμοδότηση άλλου ιατρού – Άρνηση υποβολής του ζητήματος στην ιατρική επιτροπή βάσει του άρθρου 22 – Μη εφαρμογή, κατ’ αναλογίαν, του άρθρου 22 παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο – Κανόνας περί αντιστοιχίας μεταξύ του δικογράφου της προσφυγής και της διοικητικής ένστασης – Διαχρονική εφαρμογή κανόνα δικαίου»


Στην υπόθεση T‑316/19,


Arnaldo Lucaccioni, κάτοικος San Benedetto del Tronto (Ιταλία), εκπροσωπούμενος από τον E. Bonanni, δικηγόρο,


προσφεύγων-ενάγων,


κατά


Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους T. Bohr και L. Vernier, επικουρούμενους από τον A. Dal Ferro, δικηγόρο,


καθής-εναγομένης,


με αντικείμενο προσφυγή-αγωγή δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ με αίτημα, αφενός, την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής, της 2ας Αυγούστου 2018, με την οποία απορρίφθηκαν οι από 23ης Μαρτίου και 8ης Ιουνίου 2018 αιτήσεις του προσφεύγοντος-ενάγοντος περί υποβολής του ζητήματος στην ιατρική επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 22 της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής ασθένειας και, αφετέρου, την αποκατάσταση των ζημιών που ο προσφεύγων-ενάγων ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της απόφασης αυτής,


ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),


συγκείμενο από τους S. Gervasoni, πρόεδρο, R. Frendo και J. Martín y Pérez de Nanclares (εισηγητή), δικαστές,


γραμματέας: E. Coulon


εκδίδει την ακόλουθη


Απόφαση (1)


Νομικό πλαίσιο και ιστορικό της διαφοράς


Νομικό πλαίσιο


[παραλειπόμενα]


3 Το άρθρο 18 της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αποφάσεις», προβλέπει τα εξής:


«Οι αποφάσεις σχετικά με την αναγνώριση του κατά πόσον ένα γεγονός οφείλεται σε ατύχημα, αποδιδόμενο στους κινδύνους που απορρέουν είτε από την εργασία είτε από τον ιδιωτικό βίο, καθώς και οι σχετικές με αυτές αποφάσεις όσον αφορά την αναγνώριση της επαγγελματικής προέλευσης της ασθενείας και τον καθορισμό του ποσοστού μόνιμης αναπηρίας λαμβάνονται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 20, ως εξής:


– με βάση τα συμπεράσματα του ιατρού ή των ιατρ[ών] που έχουν ορίσει τα όργανα και


– με αίτηση του ασφαλισμένου, μετά από γνωμάτευση της ιατρικής επιτροπής που προβλέπεται στο άρθρο 22.»


4 Όσον αφορά τη σύνθεση και τις εργασίες της ιατρικής επιτροπής, το άρθρο 22, παράγραφος 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση, το οποίο επιγράφεται «Ιατρική επιτροπή», προβλέπει τα εξής:


«1. Η ιατρική επιτροπή απαρτίζεται από τρεις ιατρούς, οι οποίοι ορίζονται ως εξής:


– ο πρώτος από τον ασφαλισμένο ή από τους εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα


– ο δεύτερος από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή


– ο τρίτος με κοινή συμφωνία του πρώτου και του δεύτερου ιατρού.


Εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία για τον διορισμό του τρίτου ιατρού εντός διμήνου από την ημερομηνία διορισμού του δεύτερου ιατρού, ο τρίτος ιατρός ορίζεται αυτεπαγγέλτως από τον [Π]ρόεδρο του Δικαστηρίου [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] με πρωτοβουλία ενός από τα μέρη.»


5 Το άρθρο 23, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση, το οποίο φέρει τον τίτλο «Γνωμοδότηση άλλου ιατρού», ορίζει τα εξής:


«1. Σε περιπτώσεις διαφορετικές από τις περιπτώσεις που μνημονεύονται στο άρθρο 18, όταν πρέπει να ληφθεί απόφαση έπειτα από γνωμοδότηση του ιατρού που έχει ορισθεί από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, η εν λόγω αρχή, προτού λάβει την απόφαση, κοινοποιεί σχέδιο της απόφασης στον ασφαλισμένο ή στους εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα, επισυνάπτοντας τα συμπεράσματα του ιατρού. Ο ασφαλισμένος ή οι εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα δύνανται, εντός τριάντα ημερών, να ζητήσουν γνωμοδότηση κάποιου άλλου ιατρού, που επιλέγεται με κοινή συμφωνία από τον ιατρό που έχει η ορίσει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και από τον ιατρό που έχει ορίσει ο ασφαλισμένος ή οι εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα. Εάν, κατά την εκπνοή της ανωτέρω προθεσμίας, δεν έχει υποβληθεί αίτηση για γνωμοδότηση άλλου ιατρού, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή λαμβάνει απόφαση ίδια με το κοινοποιηθέν σχέδιο.»


[παραλειπόμενα]


Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων


28 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 23 Μαΐου 2019, ο προσφεύγων-ενάγων (στο εξής: προσφεύγων) άσκησε την υπό κρίση προσφυγή-αγωγή.


29 Στις 6 Αυγούστου 2019 η Επιτροπή κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως.


30 Στις 3 Οκτωβρίου 2019 ο προσφεύγων κατέθεσε υπόμνημα απαντήσεως.


31 Με απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2019, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 27, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου ανέθεσε την υπόθεση σε νέο εισηγητή δικαστή, τοποθετημένο στο τέταρτο τμήμα.


32 Στις 18 Νοεμβρίου 2019, η Επιτροπή κατέθεσε υπόμνημα ανταπαντήσεως.


33 Με έγγραφο της 19ης Νοεμβρίου 2019, οι διάδικοι ενημερώθηκαν για την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας και για τη δυνατότητα που είχαν να ζητήσουν τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 106 του Κανονισμού Διαδικασίας. Με έγγραφο της 13ης Δεκεμβρίου 2019, ο προσφεύγων ζήτησε τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.


34 Στο πλαίσιο των μέτρων οργάνωσης της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 89, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ και δʹ, του Κανονισμού του Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο ζήτησε, στις 15 Ιουνίου 2020, από τους διαδίκους να απαντήσουν σε σειρά ερωτήσεων και να προσκομίσουν μία ευανάγνωστη εκδοχή ορισμένων εγγράφων. Οι διάδικοι απάντησαν στις ερωτήσεις και ο προσφεύγων ανταποκρίθηκε στο αίτημα προσκόμισης εγγράφων εντός της ταχθείσας προθεσμίας.


35 Κατόπιν πρότασης του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία. Εντούτοις, δεδομένου ότι ο προσφεύγων, κατόπιν αιτήματος του Γενικού Δικαστηρίου, επισήμανε, κατ’ ουσίαν, με έγγραφο της 16ης Ιουλίου 2020, ότι δεν θα παρίστατο τελικώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Γενικό Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφάσισε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 108, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, να περατώσει την προφορική διαδικασία.


36 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 16 Ιουλίου 2020, ο προσφεύγων προσάρμοσε, βάσει του άρθρου 86 του Κανονισμού Διαδικασίας, το δικόγραφο της προσφυγής-αγωγής του, και, επομένως, με την προσφυγή-αγωγή ζητείται, κατ’ ουσίαν, η συνεκτίμηση, αφότου ο προσφεύγων έλαβε γνώση αυτής, «μιας πράξης που αποτελεί νέο στοιχείο και έχει ως αποτέλεσμα τον αυτόματο περιορισμό των αρχικών αιτημάτων της προσφυγής-αγωγής, προκειμένου να “ληφθεί υπόψη το νέο αυτό στοιχείο”, με σκοπό της ακύρωση της απόφασης της 2ας Αυγούστου 2018 της Επιτροπής». Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 18 Σεπτεμβρίου 2020, η Επιτροπή ζήτησε την απόρριψη του υπομνήματος προσαρμογής των αιτημάτων του προσφεύγοντος ως απαράδεκτου.


37 Στις 14 Σεπτεμβρίου 2020, ο προσφεύγων κατέθεσε υπόμνημα το οποίο περιείχε νέο λόγο ακυρώσεως. Η προσφεύγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί του ως άνω υπομνήματος στις 30 Σεπτεμβρίου 2020.


38 Με το δικόγραφο της προσφυγής-αγωγής του, ο προσφεύγων ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο:


– «[να ακυρώσει] την απόφαση της Επιτροπής που περιλαμβάνεται στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 2ας Αυγούστου 2018, στη δεύτερη σελίδα, πρώτη παράγραφος, με την οποία, “για να προχωρήσουν οι εργασίες του φακέλου, η [ΑΔΑ] αποφάσισε να βασιστεί στον κανόνα που προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 22, [παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο,] της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση για την περίπτωση όπου δεν επιτυγχάνεται συμφωνία, όσον αφορά τον διορισμό του τρίτου ιατρού, μεταξύ του ιατρού που εκπροσωπεί τον ασφαλισμένο και εκείνου που εκπροσωπεί το θεσμικό όργανο και να εφαρμόσει αναλογικώς τον εν λόγω κανόνα με σκοπό τον διορισμό άλλου ιατρού στην [παρούσα] υπόθεση”,


– να υποχρεώσει, εφόσον το επιτρέπουν οι εξουσίες του Γενικού Δικαστηρίου, την Επιτροπή [να καταβάλει στον προσφεύγοντα] το ποσό των 21 440 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην επιστροφή των εξόδων [...] για “θεραπείες που είναι αναγκαίες λόγω των σωματικών βλαβών που υπέστη και των εκδηλώσεων τους, και εφόσον παρίσταται ανάγκη, των εξόδων που απαιτούνται για τη λειτουργική επαναπροσαρμογή” και είναι αναγκαία για “επείγουσα θεραπεία, δεδομένου ότι η οπή μπορούσε να επιδεινώσει μια κλινική κατάσταση ήδη απειλούμενη από τις ασθένειες με συνεχείς και επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού”,


– επικουρικώς, να διατάξει, εγκρίνει ή λάβει οποιοδήποτε άλλο μέτρο, προκειμένου η Επιτροπή να αναγνωρίσει ότι οι περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, στην ειδική περίπτωση του προσφεύγοντος και λαμβανομένου υπόψη του ιστορικού του που συνδέεται με επαγγελματική ασθένεια, εμπίπτουν προδήλως στην περίπτωση που περιγράφεται στο άρθρο 10 της [παλαιάς ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση] και να προβεί στην επιστροφή του ζητούμενου ποσού,


– όλως επικουρικώς, να υποχρεώσει την Επιτροπή, σύμφωνα με την προσέγγιση που εκτίθεται στην [επίδικη] απόφαση, η οποία συνίσταται στο να “βασιστεί στον κανόνα που προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 22 της κοινής ρύθμισης [σχετικά με την ασφάλιση]” στην ειδική περίπτωση του προσφεύγοντος και να “εφαρμόσει αναλογικώς τον εν λόγω κανόνα”, να ζητήσει από την ιατρική επιτροπή να γνωματεύσει, σύμφωνα με το άρθρο 20 της κοινής ρύθμισης [σχετικά με την ασφάλιση],


– να υποχρεώσει την Επιτροπή να καταβάλει τόκους υπερημερίας από τις 23 Ιανουαρίου 2017, ημερομηνία άρνησης της επιστροφής των δαπανών για τις πραγματοποιηθείσες θεραπείες, μέχρι την εξόφληση του εν λόγω ποσού, σύμφωνα με τον υπολογισμό υπ’ αριθ. 238 (παράρτημα Α.04),


– να υποχρεώσει την Επιτροπή να καταβάλει [στον προσφεύγοντα] το ποσό των 500 000 ευρώ ή οποιοδήποτε άλλο ποσό [...] καθοριστεί ex æquo et bono, για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη, λόγω του εκ προθέσεως ή κακόβουλου χαρακτήρα των παράνομων πράξεων και παραλείψεων της Επιτροπής, ιδίως λόγω της ασυνήθους συμπεριφοράς των τριών ιατρών των οποίων ζητήθηκε η γνώμη, οι οποίοι, μεταξύ άλλων, αρνήθηκαν τη στοιχειωδέστερη ρινική λειτουργία, ισχυριζόμενοι στην πράξη ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση του προσφεύγοντος, η αναπνοή από το στόμα είναι εξίσου υγιεινή όσο και η αναπνοή από τη μύτη,


– σε κάθε περίπτωση, να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.»


39 Με το υπόμνημα αντίκρουσης, η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:


– να απορρίψει την προσφυγή-αγωγή,


– να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.


40 Με το υπόμνημα απαντήσεως, ο προσφεύγων ζητεί επιπλέον από το Γενικό Δικαστήριο να «αναγνωρίσει ότι δικαιούται προσωρινώς, ακόμη και με χωριστή διάταξη, το ποσό των 7 754 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην επιστροφή που προβλέπεται από το [γραφείο εκκαθάρισης] και είχε εγκριθεί κατά τον χρόνο εκείνο, βάσει των εγγράφων που είχε προσκομίσει δύο φορές και τα οποία βρίσκονται στην κατοχή της Επιτροπής».


41 Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να απορρίψει επίσης το αίτημα που διατύπωσε ο προσφεύγων με το υπόμνημα απαντήσεως.


Σκεπτικό


[παραλειπόμενα]


Επί της ουσίας


98 Με το πρώτο αίτημα ζητείται η ακύρωση της επίδικης απόφασης, με την οποία, κατά τον προσφεύγοντα, η ΑΔΑ εσφαλμένως βασίζεται στον κανόνα που προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 22, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση, ο οποίος εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου «δεν επιτυγχάνεται συμφωνία μεταξύ του ιατρού που εκπροσωπεί τον ασφαλισμένο και εκείνου που εκπροσωπεί το θεσμικό όργανο για τον διορισμό του τρίτου ιατρού», προκειμένου να τον εφαρμόσει αναλογικώς με σκοπό τον διορισμό «άλλου ιατρού».


99 Με το τέταρτο αίτημα, το οποίο προβάλλεται όλως επικουρικώς, ζητείται, κατ’ ουσίαν, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να βασιστεί στον κανόνα που προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 22 της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση, όπως αναφέρεται στην επίδικη απόφαση, στη συγκεκριμένη περίπτωση του προσφεύγοντος και να τον εφαρμόσει αναλογικώς, ζητώντας από την ιατρική επιτροπή να γνωματεύσει, σύμφωνα με το άρθρο 20 της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση.


100 Επομένως, με το πρώτο και το τέταρτο αίτημα, ο προσφεύγων επιδιώκει, αφενός, να αμφισβητήσει τη θέση της Επιτροπής με την οποία προκρίνεται μια επιλεκτική εφαρμογή της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση, με επίκληση μόνον του άρθρου 22, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στην προκειμένη περίπτωση, και, αφετέρου, να αμφισβητήσει την απόφαση της Επιτροπής να μην εφαρμόσει στο σύνολο της τη διαδικασία που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο. Ως εκ τούτου, τα δύο αυτά αιτήματα πρέπει να εξεταστούν από κοινού.


[παραλειπόμενα]


106 Πρώτον, πρέπει να επισημανθεί ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων στο πλαίσιο του τετάρτου αιτήματος, με το οποίο ζητείται, κατ’ ουσίαν, να αποτελέσει βάση ο διαδικαστικός κανόνας για την υποβολή ζητήματος στην ιατρική επιτροπή προκειμένου να επανεξεταστεί η αίτησή του περί επιστροφής των εξόδων, η κοινή ρύθμιση σχετικά με την ασφάλιση διακρίνει σαφώς δύο περιπτώσεις όσον αφορά την επανεξέταση σχεδίου απόφασης.


107 Στην πρώτη περίπτωση, αν το ζητήσει ο ασφαλισμένος, η απόφαση λαμβάνεται μετά από γνωμάτευση της ιατρικής επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 18, δεύτερη περίπτωση, της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση. Στη δεύτερη περίπτωση, ο ασφαλισμένος μπορεί να ζητήσει τη γνωμοδότηση «άλλου ιατρού» για τις περιπτώσεις πέραν όσων προβλέπονται στο άρθρο 18 της εν λόγω ρύθμισης. Κατόπιν της κοινοποίησης των εν λόγω σχεδίων αποφάσεων, οι δύο διαδικασίες ορίζουν αντιστοίχως προθεσμίες 60 και 30 ημερών εντός των οποίων ο ασφαλισμένος μπορεί να ζητήσει την επανεξέταση των εν λόγω σχεδίων. Αν, κατά τη λήξη της προθεσμίας, δεν έχει υποβληθεί αίτηση για γνωμάτευση της ιατρικής επιτροπής ή για γνωμοδότηση άλλου ιατρού, η ΑΔΑ λαμβάνει απόφαση ίδια με το κοινοποιηθέν σχέδιο.


108 Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αποφάσεις που εκδόθηκαν, όπως εν προκειμένω, στο πλαίσιο αίτησης επιστροφής εξόδων, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση δεν εμπίπτουν, όπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή, στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του άρθρου 18 της ως άνω ρύθμισης. Πράγματι, το άρθρο αυτό αφορά τις «αποφάσεις σχετικά με την αναγνώριση του κατά πόσον ένα γεγονός οφείλεται σε ατύχημα, αποδιδόμενο στους κινδύνους που απορρέουν είτε από την εργασία είτε από τον ιδιωτικό βίο, καθώς και [τις] σχετικές με αυτές αποφάσεις όσον αφορά την αναγνώριση της επαγγελματικής προέλευσης της ασθενείας και τον καθορισμό του ποσοστού μόνιμης αναπηρίας». Δεδομένου ότι οι όροι αυτοί είναι σαφείς, δεν μπορούν να ερμηνευθούν κατά τρόπο που να περιλαμβάνει τις αποφάσεις σχετικά με τις αιτήσεις επιστροφής εξόδων κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση.


109 Επιπλέον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων, δεν πρόκειται για τον καθορισμό κάποιου δικαιώματος εφαρμογής του συνόλου της διαδικασίας που ακολουθείται σε αίτηση επιστροφής εξόδων, αλλά για τον καθορισμό της διαδικασίας διορισμού του «άλλου ιατρού», που ακολουθείται σε περίπτωση διαφωνίας των μερών ως προς τον εν λόγω διορισμό. Ειδικότερα, επί του σημείου αυτού, το άρθρο 23 της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση δεν παρουσιάζει κανένα κενό που να δικαιολογεί την εφαρμογή του συνόλου της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 22 της εν λόγω ρύθμισης.


110 Επομένως, οι αποφάσεις που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση αφορούν περιπτώσεις διαφορετικές από εκείνες που καλύπτονται από το άρθρο 18, διέπονται δε από τη διαδικασία που περιγράφεται στο άρθρο 23.


111 Από το συμπέρασμα που διατυπώθηκε στη σκέψη 110 ανωτέρω προκύπτει ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί να επικαλεστεί το ότι η ΑΔΑ αποφάσισε, εν προκειμένω, να εφαρμόσει εν μέρει και αναλογικώς, όσον αφορά τον διορισμό του «άλλου ιατρού» που προβλέπεται στο άρθρο 23 της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση, τη διαδικασία του άρθρου 22, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της ίδιας ρύθμισης, προκειμένου ο ίδιος να συναγάγει εξ αυτού ότι, κατά μείζονα λόγο, το σύνολο της διαδικασίας που προβλέπεται στο ως άνω άρθρο 22 πρέπει να εφαρμοστεί στην αίτησή του περί επιστροφής εξόδων. Ομοίως, δεν μπορεί να αντλήσει από την άρνηση του διορισθέντα από την ΑΔΑ ιατρού να εγκρίνει την επιστροφή εξόδων κανένα δικαίωμα υποβολής ζητήματος στην ιατρική επιτροπή. Κατά συνέπεια, το πρώτο σημείο του αιτιολογικού της επίδικης απόφασης είναι βάσιμο καθόσον το άρθρο 22 της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση δεν αφορά αποφάσεις περί της επιστροφής ιατρικών εξόδων.


112 Δεύτερον, λαμβανομένου υπόψη του συμπεράσματος που έγινε δεκτό στη σκέψη 110 ανωτέρω, πρέπει να αξιολογηθεί η νομιμότητα της αναλογικής εφαρμογής της διαδικασίας του άρθρου 22, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση, στο μέτρο που η εφαρμογή αυτή αμφισβητείται από τον προσφεύγοντα και προκρίνεται από την Επιτροπή, για τον διορισμό «άλλου ιατρού» κατά την έννοια του άρθρου 23 της εν λόγω ρύθμισης.


113 Όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 9, παράγραφος 1, της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση, το οποίο επιγράφεται «Επιστροφή εξόδων», το εν λόγω άρθρο θεσπίζει δικαίωμα επιστροφής «όλων των εξόδων που απαιτούνται [...] για κάθε φροντίδα και θεραπεία που απαιτούν οι συνέπειες των βλαβών και οι τρόποι εκδηλώσεώς τους. Το ίδιο ισχύει, αν υπάρχει ανάγκη, και για τα έξοδα που απαιτούνται για τη λειτουργική και επαγγελματική επαναπροσαρμογή του θύματος». Αντιθέτως, δεν περιέχει καμία διευκρίνιση όσον αφορά τη διαδικασία που εφαρμόζεται στις αιτήσεις επιστροφής ιατρικών εξόδων.


114 Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη το άρθρο 23, παράγραφος 1, της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση, το οποίο, σύμφωνα με το υπολειμματικού χαρακτήρα καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του, καθορίζει τη διαδικασία που εφαρμόζεται στις αποφάσεις που αφορούν περιπτώσεις πέραν εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 18 της ως άνω ρύθμισης, όπως είναι η επίδικη απόφαση.


115 Είναι αληθές ότι, όπως αναφέρουν οι διάδικοι, το άρθρο 23, παράγραφος 1, της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση, το οποίο φέρει τον τίτλο «Γνωμοδότηση άλλου ιατρού», δεν διευκρινίζει ρητώς τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για τον διορισμό του «άλλου ιατρού» προκειμένου να αντιμετωπιστεί η ενδεχόμενη διαφωνία μεταξύ του ορισθέντος από την ΑΔΑ ιατρού και του ιατρού που έχει ορίσει ο ασφαλισμένος.


116 Εντούτοις, η αρχή της ασφάλειας δικαίου δικαιολογεί ερμηνεία που στηρίζεται στις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης προκειμένου να διασφαλίζεται υψηλός βαθμός προβλεψιμότητας (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 22ας Μαΐου 2008, Glaxosmithkline και Laboratoires Glaxosmithkline, C‑462/06, EU:C:2008:299, σκέψεις 32 και 33). Για τη διασφάλιση της εν λόγω προβλεψιμότητας, πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύεται πιστά το γράμμα των επίμαχων διατάξεων.


117 Σε περίπτωση που γινόταν δεκτό ότι, ελλείψει συμφωνίας μεταξύ του ορισθέντος από την ΑΔΑ ιατρού και του ορισθέντος από τον ασφαλισμένο ιατρού για τον διορισμό του «άλλου ιατρού», πρέπει να εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 22, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση, τούτο θα ενείχε τον κίνδυνο να μεταβληθεί το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας γνωμοδότησης, όπως αυτή είχε αρχικώς προβλεφθεί από τους συντάκτες της. Επιπλέον, όπως προκύπτει από το προοίμιο της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση, εναπόκειται στα θεσμικά όργανα, και όχι στο Γενικό Δικαστήριο, να θεσπίσουν, με κοινή συμφωνία, την εν λόγω ρύθμιση και, κατά συνέπεια, να προβλέψουν, ενδεχομένως, μια τέτοια διαδικασία ή να προβούν σε ρητή παραπομπή στο άρθρο 22, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της ίδιας ρύθμισης.


118 Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, μολονότι είναι, κατ’ αρχήν, δυνατή η ερμηνεία μιας διάταξης του δικαίου της Ένωσης «υπό το πρίσμα» του νομικού πλαισίου στο οποίο αυτή εντάσσεται ή του σκοπού της, προκειμένου να αρθεί αμφιβολία οφειλόμενη σε ασαφή διατύπωση, εντούτοις, μια τέτοια ερμηνεία δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να καταστήσει άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας το σαφές και επακριβές γράμμα της διάταξης αυτής, ειδάλλως δεν θα είναι συμβατή προς τις απαιτήσεις της αρχής της ασφάλειας δικαίου (πρβλ. αποφάσεις της 8ης Δεκεμβρίου 2005, ΕΚΤ κατά Γερμανίας, C‑220/03, EU:C:2005:748, σκέψη 31, της 15ης Ιουλίου 2010, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, C‑582/08, EU:C:2010:429, σκέψεις 46, 49 και 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 22ας Σεπτεμβρίου 2016, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, C‑14/15 και C‑116/15, EU:C:2016:715, σκέψη 70).


119 Εφόσον τα θεσμικά όργανα δεν προέβλεψαν ρητώς τον αυτεπάγγελτο διορισμό του «άλλου ιατρού» από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ούτε συμφώνησαν στην εν λόγω αναλογική εφαρμογή, το Γενικό Δικαστήριο δεν δύναται να την επιβάλει νομολογιακώς. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει το σαφές και ακριβές γράμμα διάταξης η οποία προβλέπει μόνον τη δυνατότητα διορισμού ενός «άλλου ιατρού», επιλεγέντος κατόπιν κοινής συμφωνίας του ιατρού που ορίζεται από την ΑΔΑ και εκείνου που ορίζεται από τον ασφαλισμένο. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν μπορούσε να εφαρμόσει, κατ’ αναλογίαν στην προκειμένη περίπτωση, το άρθρο 22, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση.


120 Τρίτον, το συμπέρασμα που έγινε δεκτό στην προηγούμενη σκέψη δεν κλονίζεται από τα επιχειρήματα της Επιτροπής. Η Επιτροπή δικαιολογεί την αναλογική εφαρμογή του κανόνα του διορισμού του «τρίτου ιατρού», τον οποίο προβλέπει το άρθρο 22, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση λόγω της ανάγκης εξεύρεσης λύσης στο αδιέξοδο που προκλήθηκε από την αδυναμία διορισμού «άλλου ιατρού» κατά την έννοια του άρθρου 23 της ως άνω ρύθμισης και λόγω του ότι το επίμαχο άρθρο δεν περιέχει ρητή ρύθμιση εφαρμοστέα σε μια τέτοια περίπτωση. Επιπλέον, η επιλογή της εν λόγω αναλογικής εφαρμογής είναι, κατά την Επιτροπή, ισορροπημένη και καθιστά δυνατό τον δίκαιο συγκερασμό των συμφερόντων του πρώην υπαλλήλου και της διοίκησης. Η επιλογή αυτή στηρίζεται στο καθήκον μέριμνας και την αρχή της χρηστής διοίκησης που δεσμεύουν το θεσμικό όργανο.


121 Συναφώς, κατ’ αρχάς, το επιχείρημα της Επιτροπής ότι, λόγω της ανάγκης εξεύρεσης λύσης στο αδιέξοδο που χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη περίπτωση, η διάταξη του άρθρου 23 της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση πρέπει, σε περίπτωση διαφωνίας ως προς τον διορισμό ενός «άλλου ιατρού», να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι προβλέπει την αναλογική εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 22, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της ως άνω ρύθμισης, είναι ασυμβίβαστο με το σαφές γράμμα της εν λόγω διάταξης και, επιπλέον, δεν βρίσκει κανένα έρεισμα σε άλλα στοιχεία της ίδιας ρύθμισης.


122 Εξάλλου, επισημαίνεται ότι ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι η επιλογή της εφαρμογής του κανόνα διορισμού τρίτου ιατρού που προβλέπεται στο άρθρο 22, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση είναι ισορροπημένη και καθιστά δυνατό τον δίκαιο συγκερασμό των συμφερόντων του πρώην υπαλλήλου και της διοίκησης αμφισβητείται από τον προσφεύγοντα. Ειδικότερα, τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν σχετικά με το αβέβαιο περιεχόμενο της εντολής του εν λόγω «άλλου ιατρού» που ορίζεται από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, τα έγγραφα που του αποστέλλονται στην εν λόγω περίπτωση χωρίς δικαίωμα ελέγχου από τον προσφεύγοντα και τον απρόσβλητο χαρακτήρα της απόφασης της εν λόγω διαδικασίας ad hoc επανεξέτασης μαρτυρούν, τουλάχιστον, ότι ο προσφεύγων αμφισβητεί το ότι η επιλογή αυτή είναι ισορροπημένη και συμβιβάζει τα συμφέροντα των διαδίκων. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση ad hoc διαδικασίας όπως η επίμαχη, τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια επικλήσεως μη τηρήσεως της αρχής της ασφάλειας δικαίου λόγω έλλειψης προβλεψιμότητας της διαδικασίας αυτής.


123 Επιπλέον, το γεγονός ότι άλλες διατάξεις της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση προβλέπουν παρόμοια διαδικασία ή ότι η διαδικασία αυτή δικαιολογείται από το καθήκον μέριμνας και την αρχή της χρηστής διοίκησης που δεσμεύουν το θεσμικό όργανο δεν μπορεί να δικαιολογήσει την υιοθέτηση της περιεχόμενης στην επίδικη απόφαση ερμηνείας του άρθρου 23, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση.


124 Κατά πάγια νομολογία, το καθήκον μέριμνας αντανακλά την ισορροπία αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που δημιουργήθηκαν από τους όρους απασχόλησης και τους κανόνες για θέματα προσωπικού στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ της δημοσίας αρχής και των δημοσίων υπαλλήλων, πράγμα που συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι, όταν η δημόσια αρχή λαμβάνει απόφαση σχετικά με την κατάσταση υπαλλήλου, συνεκτιμά το σύνολο των στοιχείων τα οποία είναι ικανά να καθορίσουν την απόφασή της και ότι, ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, λαμβάνει υπόψη το συμφέρον όχι μόνο της υπηρεσίας αλλά και του οικείου υπαλλήλου. Η τελευταία αυτή υποχρέωση επιβάλλεται στη διοίκηση από την αρχή της χρηστής διοίκησης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης [βλ. αποφάσεις της 5ης Δεκεμβρίου 2006, Αγγελίδης κατά Κοινοβουλίου, T‑416/03, EU:T:2006:375, σκέψη 117 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 13ης Δεκεμβρίου 2017, Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ, T‑482/16 RENV, EU:T:2017:901, σκέψη 131 (μη δημοσιευθείσα) και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].


125 Επιπλέον, οι υποχρεώσεις της διοίκησης λόγω του καθήκοντος μέριμνας διευρύνονται ουσιωδώς όταν πρόκειται για την κατάσταση υπαλλήλου του οποίου αποδεδειγμένως η υγεία, σωματική ή ψυχική, έχει κλονιστεί (βλ. απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2014, McCoy κατά Επιτροπής των Περιφερειών, F‑156/12, EU:F:2014:247, σκέψη 106 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· πρβλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2019, WN κατά Κοινοβουλίου, T‑431/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:781, σκέψη 106).


126 Εντούτοις, στο πλαίσιο του καθήκοντος μέριμνας, όριο της προστασίας των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των υπαλλήλων πρέπει πάντοτε να αποτελεί η τήρηση των ισχυόντων κανόνων (βλ. απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2006, Αγγελίδης κατά Κοινοβουλίου, T‑416/03, EU:T:2006:375, σκέψη 117 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Ειδικότερα, το καθήκον μέριμνας δεν μπορεί να ωθήσει τη διοίκηση να προσδώσει σε διάταξη του κοινοτικού δικαίου αποτέλεσμα που αντιβαίνει στη σαφή και ακριβή διατύπωση της διάταξης αυτής (αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 2000, K κατά Επιτροπής, T‑67/99, EU:T:2000:169, σκέψη 68, και της 26ης Μαρτίου 2020, Teeäär κατά ΕΚΤ, T‑547/18, EU:T:2020:119, σκέψεις 87 έως 89).


127 Εν προκειμένω, μολονότι είναι αληθές ότι η επίδικη απόφαση εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο αίτησης επιστροφής ιατρικών εξόδων που συνδέεται με την επαγγελματική ασθένεια του προσφεύγοντος, το γεγονός ότι οι απορρέουσες από το καθήκον μέριμνας υποχρεώσεις της διοίκησης διευρύνονται ουσιωδώς δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή μπορεί να ενεργήσει κατά τρόπο αντίθετο προς τους σαφείς και ακριβείς όρους του άρθρου 23, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της κοινής ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση. Αν, βάσει του καθήκοντος μέριμνας, η Επιτροπή υποχρεούται πράγματι να βρει λύση για να αντιμετωπίσει το υφιστάμενο αδιέξοδο, η λύση αυτή πρέπει να τηρεί το κανονιστικό πλαίσιο που της επιβάλλεται.