Απόφαση Αρείου Πάγου 64/2020


Απόφαση Αρείου Πάγου 64/2020 ΔΙΑΚΡΙΣΗ των μισθωτών σε ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ και ΕΡΓΑΤΟΤΕΧΝΙΤΕΣ- Διακοπή αρμονικής συνεργασίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου- ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ της ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ τους σε περίπτωση καταγγελίας της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας


Απόφαση 64 / 2020 (ΣΤ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 64/2020


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ



Β1 Πολιτικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά και Σοφία Τζουμερκιώτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. Π. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Αντύπα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "..., Μονάδα Φροντίδας Ηλικιωμένων Μ/Κ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ..., το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευαγγέλου Σαρκετζή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-11-2014 και 24-11-2014 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης με αριθμούς 1233/Ειδ.Μον./256/3-11-2014 και 1327/Ειδ.Μον/273/24-11-2014, αντίστοιχα. Εκδόθηκαν, αντίστοιχα, οι 106/2015 και 107/2015 αποφάσεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης εφέσεων κατ' αυτών, η 80/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-5-2018 και με αριθμό κατάθεσης 35/8-5-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα.


ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 10 του β.δ. 748/1966, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 4 παρ.3 του ν. 4504/1966 και 904 ΑΚ, συνάγεται ότι ο μισθωτός, που απασχολήθηκε νόμιμα ή παράνομα κατά την ημέρα της Κυριακής ή άλλης κατά νόμο εξαιρέσιμης αργίας και με την προϋπόθεση ότι η απασχόλησή του αυτή υπερέβη τις πέντε (5) ώρες, δικαιούται αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης (ρεπό) σε άλλη ημέρα της εβδομάδας και εντεύθεν έχει δικαίωμα, εκτός της προσαύξησης του 75% επί του νομίμου ημερομισθίου του, σύμφωνα με τις 8900/1946 και 25825/1951 αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, να αξιώσει και αποζημίωση για την προσφορά της εργασίας του κατά την ημέρα της Κυριακής, χωρίς να του δοθεί άλλη ημέρα ανάπαυσης, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή να αξιώσει την απόδοση της ωφέλειας που αδικαιολόγητα αποκόμισε ο εργοδότης από την εργασία του κατά την ημέρα της αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσής του, αποφεύγοντας έτσι ισόποση αμοιβή, που θα κατέβαλε σε άλλον μισθωτό, τον οποίο θα προσλάμβανε για να εργασθεί αντί εκείνου κατά την ημέρα αυτή (ΑΠ 930/2013). Αντίθετα, για την εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας (συνήθως τα Σάββατα), στις περιπτώσεις εφαρμογής του συστήματος της πενθήμερης εργασίας, ο μισθωτός δεν δικαιούται αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης (ρεπό), διότι η έκτη ημέρα της εβδομάδας δεν έχει το χαρακτήρα υποχρεωτικής αργίας, όπως η εβδόμη ημέρα της εβδομάδας και, κατά συνέπεια, δεν μπορούν να εφαρμοσθούν, ούτε και αναλόγως, τα όσα ισχύουν για απασχόληση κατά τη διάρκεια των Κυριακών (ΑΠ 1004/2017, ΑΠ 925/2008). Έτσι, η εργασία του μισθωτού κατά το Σάββατο δεν αποτελεί υπερωριακή εργασία, αν δεν υπερβαίνει το ανώτατο νόμιμο όριο της ημερήσιας απασχόλησης, που είναι το οκτάωρο (ΑΠ 314/2017, ΑΠ 53/2015).

2.Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η ενάγουσα, με την ένδικη από 24-11-2014 (με αριθμό κατάθεσης .../2014) αγωγή της, επικαλούμενη απασχόλησή της στο εναγόμενο, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 10-7-2014, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως καθαρίστριας, επί έξι ημέρες την εβδομάδα αντί του προβλεπόμενου από τις οικείες ΣΣΕ πενθημέρου, ζήτησε, εκτός των άλλων, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει 14.264,98 €, άλλως 11.831,68 €, άλλως 12.465,02 €, άλλως 10.746,64 €, που της οφείλει λόγω αποζημίωσης για τη μη χορήγηση αναπληρωματικής ανάπαυσης παρά την απασχόλησή της κατά τις ημέρες του Σαββάτου και συγκεκριμένα εργάσθηκε, κατά το εν λόγω διάστημα, 256 ημέρες οφειλόμενης ανάπαυσης (Σάββατα). Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή κατά το εν λόγω κεφάλαιο, ως μη νόμιμη. Επομένως, ο όγδοος λόγος της αίτησης από το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι άφησε αδίκαστο το ως άνω αίτημα, το οποίο στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι αβάσιμος. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ακόμη ότι το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς το αίτημα καταβολής αμοιβής παράνομων υπερωριών με υπολογισμό των ωρών εργασίας κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας, με το αιτιολογικό ότι, και μετά την ισχύ του ν. 2874/2000, η παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα δεν αποτελεί υπερωρία, αν δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης (οκτάωρο). Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ.4 της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το ν. 133/1975, 6 της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ, 2 παρ.1 ν. 1157/1981, 13 της 51/1989 ΔΔΔΔ Αθηνών, 1 παρ.1 και 2 ν. 435/1976, 1 παρ.1 και 5 ν. 3385/2005 και, συνεπώς, ο πέμπτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με το δέκατο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι δεν αιτιολόγησε το λόγο για τον οποίο η ως άνω (από 24-11-2014) αγωγή της δεν περιέχει ιστορικό και αίτημα αδικαιολογήτου πλουτισμού, ενώ αντιφατικώς διαλαμβάνει ότι η αξίωσή της για την παρασχεθείσα εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας (Σάββατο), χωρίς να της χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού και κατά συνέπεια διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Όμως, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του ότι απορρίφθηκε το ανωτέρω αίτημα ως μη νόμιμο, δεν δημιουργείται ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, αφού δεν ερευνήθηκε κατά τούτο η υπόθεση στην ουσία της. Επίσης, ο έβδομος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αίτησης που αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο, με τον οποίο, υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό της, περί του ότι το ανωτέρω αγωγικό αίτημα είχε ως νομική βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν πρόκειται για "πράγμα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, το δε δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτιμώντας, ως όφειλε, το δικόγραφο της αγωγής, έκρινε το σχετικό κονδύλιο μη νόμιμο και το απέρριψε.

3.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 174, 180, 281, 288, 349, 350, 361, 648, 652, 656, 669 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920, 1 και 5 του ν. 3198/1955, συνάγεται ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να δικαιολογείται από τον καταγγέλλοντα. Αποτελεί, όμως, άσκηση δικαιώματος και, κατά συνέπεια, υπόκειται στον περιορισμό της μη υπέρβασης των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ. Σε μία τέτοια περίπτωση, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε, οπότε ο εργοδότης, αρνούμενος να δεχθεί τις υπηρεσίες του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται στην καταβολή του μισθού προς αυτόν. Η καταγγελία είναι καταχρηστική και όταν γίνεται εκ λόγων εκδίκησης ή εχθρότητας, συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του εργαζομένου νόμιμης μεν, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη (ΑΠ 315/2014). Δεν είναι, όμως, καταχρηστική, όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους, αφού στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 114/2019, ΑΠ 1683/2012). Εξάλλου, για την τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας και την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της εκ μέρους του εργαζομένου τέλεσης κάποιου παραπτώματος κατά την παροχή της εργασίας του, πρέπει να υφίσταται εσωτερικός κανονισμός στην επιχείρηση του εργοδότη, που προβλέπει τα πειθαρχικά παραπτώματα ή και τις πειθαρχικές κυρώσεις που μπορεί να επιβληθούν. Τούτο σαφώς προκύπτει από τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 1 του ν.δ. 3789/1957 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων της Εργατικής Νομοθεσίας", η οποία ορίζει "Δια πειθαρχικά παραπτώματα, καθοριζόμενα εις έκαστον των κανονισμών εργασίας, δύναται να προβλέπεται η επιβολή, εις τον παραβάτην μισθωτόν, των κάτωθι ποινών...". Κατά συνέπεια, εφόσον σε συγκεκριμένη επιχείρηση δεν έχει καταρτισθεί εσωτερικός κανονισμός, κατά τις διατάξεις του ως άνω νομοθετικού διατάγματος, ο οποίος να προσδιορίζει τα πειθαρχικά παραπτώματα ή και τις πειθαρχικές ποινές, που μπορεί να επιβληθούν γι' αυτά, ή και να καθορίζει σχετικές πειθαρχικές διαδικασίες, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί παραβίασης του άρθρου 281 ΑΚ και ειδικότερα της αρχής της αναλογικότητας ως εκδήλωσης της καλής πίστης, για το λόγο ότι ο εργοδότης επέλεξε την καταγγελία κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας (ΑΠ 114/2019).

4.Περαιτέρω, μεταξύ των υποχρεώσεων του εργοδότη προς το μισθωτό περιλαμβάνεται, ως παρεπόμενη υποχρέωση αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 662 και 288 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες του ν. 3850/2010 "Κώδικας νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων", και η υποχρέωση αυτού να ρυθμίζει τα θέματα εργασίας με τέτοιο τρόπο, ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου. Ειδικότερα, ο εργοδότης, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ, υποχρεούται στην τήρηση διατάξεων ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν όρους υγιεινής και ασφάλειας, για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων. Τέτοια γενικά μέτρα ασφάλειας, που πρέπει να τηρούν όλοι οι εργοδότες, καθορίζονται με το ν. 3850/2010, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες, εκτός των αναφερομένων εξαιρέσεων στο άρθρο 2 παρ.2, 3 και 4 αυτού (περί των οποίων δεν πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση). Συγκεκριμένα, στο άρθρο 42 παρ.1 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων", στη δε παρ.5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "στο πλαίσιο των ευθυνών του, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων". Η παράβαση από τον εργοδότη γενικών ή ειδικών διατάξεων για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων ή και μόνης της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας αυτού για τις συνθήκες ασφαλούς παροχής της εργασίας (ΑΚ 662), η οποία έχει ως συνέπεια τη βλάβη του σώματος ή της υγείας των εργαζομένων, συνιστά αδικοπραξία, εφόσον η παράβαση των άνω διατάξεων ή υποχρεώσεων οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν. Στην περίπτωση αυτή ο παθών εργαζόμενος, ανεξάρτητα από το αν δικαιούται αποζημίωση μόνο κατά τις διατάξεις για τα εργατικά ατυχήματα ή και κατά τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου, δικαιούται να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ (ΑΠ 1235/2003).

5.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

6.Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θράκης, με την προσβαλλόμενη 80/2017 απόφασή του, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) προσλήφθηκε από το εναγόμενο την 15-1-1995 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης, ως καθαρίστρια του οίκου ευγηρίας, ο οποίος λειτουργεί στην Αλεξανδρούπολη με το διακριτικό τίτλο "...", όπου εργαζόταν έξι ημέρες την εβδομάδα με εναλλασσόμενη απασχόληση από ώρα 7:30 έως 14:30 ή από 14:30 έως 21:30, ενώ λόγω εργασίας την Κυριακή της παρεχόταν μία ημέρα ανάπαυσης εντός της εβδομάδας. Ότι η ενάγουσα, κατά την εκτέλεση των εργασιών καθαρισμού, που ήταν υποχρεωμένη να προσφέρει, εκδήλωνε αρνητική διάθεση και δυσανασχετούσε, επικαλούμενη σωματική αδυναμία, λόγω αναιμίας, προκαλώντας, εξαιτίας της συμπεριφοράς της, ένταση και δυσαρέσκεια εντός του χώρου εργασίας της, λόγω της άρνησής της να συνεργασθεί αρμονικά με το υπόλοιπο προσωπικό. Ότι εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς της, η ενάγουσα δεχόταν, κατά διαστήματα, τις σχετικές παρατηρήσεις, επισημάνσεις και υποδείξεις του διευθυντή του οίκου ευγηρίας, τις οποίες, όμως, η ίδια απέρριπτε. Ότι η ενάγουσα δεν υποχρεωνόταν να εκτελέσει, πέραν των εργασιών καθαρισμού, και βοηθητικές εργασίες νοσηλείας των τροφίμων του οίκου ευγηρίας, δεδομένου ότι δεν διέθετε την αναγκαία εξειδίκευση, ώστε να αντιμετωπίσει τους κινδύνους που συνδέονται με την εκτέλεση βοηθητικών εργασιών νοσηλείας ηλικιωμένων και σωματικά αδύναμων προσώπων. Ότι, λόγω του αρνητικού κλίματος που διαμορφώθηκε και επικράτησε στο περιβάλλον εργασίας της ενάγουσας, η τελευταία εκδήλωσε, την 8-7-2014, μία κρίση πανικού και υποβλήθηκε σε παρακολούθηση για δώδεκα ώρες στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης. Ότι, την 9-7-2014, η ενάγουσα επιδίωξε τη λήψη κανονικής άδειας, χωρίς όμως να ενημερώσει το διευθυντή, ο οποίος ώρα 9:00 της ίδιας ημέρας πληροφορήθηκε από την προϊσταμένη, ότι η ενάγουσα δεν εμφανίσθηκε για να αναλάβει εργασία και δεν υπήρχε άλλο άτομο για να την αναπληρώσει. Ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, ο διευθυντής επέπληξε την ενάγουσα και συνέταξε το από 10-7-2014 ενημερωτικό σημείωμα προς τον Μητροπολίτη της Ιεράς Μητρόπολης … και Πρόεδρο του ιδρύματος που λειτουργεί τον οίκο ευγηρίας. Ότι την 10-7-2014 διεγνώσθη από την ψυχίατρο Μ. Ε. νέα κρίση πανικού της ενάγουσας, ενώ ο οφθαλμίατρος Μ. Π. διέγνωσε ότι έπασχε από ιογενή κερατοεπιπεφυκίτιδα και της χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια δέκα ημερών. Ότι επιστρέφοντας στην εργασία της, την 22-7-2014, της παραδόθηκε το από 22-7-2014 έγγραφο του διευθυντή, στο οποίο αναφέρεται ότι η συμπεριφορά και η αδιαφορία που εκδηλώνεται εκ μέρους της, παρά τις επαναλαμβανόμενες προφορικές συστάσεις, έχουν προκαλέσει αρνητικό κλίμα στο χώρο εργασίας και την καλούσε να βελτιωθεί, ώστε να μην ακολουθήσει η λύση της σχέσης εργασίας της. Ότι δεν αποδείχθηκε ότι εκδηλώθηκε εκ μέρους του διευθυντή του οίκου ευγηρίας συμπεριφορά προσβλητική και μειωτική της τιμής και της υπόληψης της ενάγουσας. Ότι η τελευταία, την 23-7-2014, εξετάσθηκε στην Ψυχιατρική Κλινική του Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης και διεγνώσθη ότι είχε εμφανίσει μικτή διαταραχή άγχους, κατάθλιψης και της χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια ενός μηνός. Ότι επιστρέφοντας στην εργασία της, την 22-8-2014 και περί ώρα 14:30, κατά την αλλαγή της βάρδιας, συναντήθηκε με το διευθυντή, ο οποίος τη χαιρέτησε και με ευγένεια τη ρώτησε για την κατάσταση της υγείας της, παρουσία έξι ατόμων (νοσηλευτριών και νοσηλευτών, των οποίων αναφέρονται τα ονόματα). Ότι η ενάγουσα, με επιθετική διάθεση, απάντησε ότι η υγεία της ήταν σε καλή κατάσταση, ο δε διευθυντής της συνέστησε να μην είναι επιθετική και την πληροφόρησε ότι οι συνάδελφοί της στερήθηκαν άδειες και ημέρες ανάπαυσης, ώστε να αναπληρωθεί το κενό που δημιουργήθηκε εξαιτίας της απουσίας της. Ότι αντιδρώντας στην παρατήρηση αυτή, η ενάγουσα δήλωσε ότι αδιαφορεί για τους συναδέλφους της και επιπλέον ανέφερε ότι η νοσηλεύτρια Λ. Γ. χειροδικεί εναντίον των τροφίμων. Ότι, όταν ο διευθυντής της συνέστησε να ηρεμήσει και να εξειδικεύσει τα όσα ανέφερε, κλιμάκωσε την ένταση, εξαπολύοντας υβριστικούς χαρακτηρισμούς κατά της ανωτέρω νοσηλεύτριας και επιπλέον ανέφερε ότι το προσωπικό εξυβρίζει και υποτιμά το διευθυντή, ο οποίος διατηρούσε εξώγαμη σχέση με μία εργαζόμενη. Ότι, σε σχέση με το περιστατικό αυτό, με επιμέλεια του διευθυντή, συντάχθηκε η από 22-8-2014 αναφορά προς τον Πρόεδρο και το ΔΣ του ιδρύματος, η οποία επιβεβαιώθηκε και προσυπογράφηκε από τους παρευρισκόμενους εργαζομένους στο χώρο του περιστατικού. Ότι δεν τεκμηριώθηκε ότι ο διευθυντής του οίκου ευγηρίας επιχείρησε να προκαλέσει πνιγμό της ενάγουσας, όπως η ίδια ανέφερε στην από 22-8-2014 ένορκη εξέτασή της στο ΑΤ Αλεξανδρούπολης. Ότι, σύμφωνα με τη σχετική υπόδειξη του Μητροπολίτη …, η ενάγουσα τέθηκε εκτός εργασίας μέχρι να συγκληθεί το ΔΣ, ενώ αυτή έλαβε αναρρωτική άδεια μέχρι την 31-8-2014 από τον ιατρό νεφρολογίας Η. Θ.. Ότι η διοίκηση του οίκου ευγηρίας, την 28-6-2014, είχε προτείνει στην ενάγουσα να αλλάξει εργασιακό περιβάλλον και να μετατεθεί στο ίδρυμα χρονίως πασχόντων ..." της Ιεράς Μητρόπολης …. Ότι, την 26-8-2014, η ενάγουσα κλήθηκε να εμφανισθεί στην ειδική επιτροπή, που είχε ορισθεί από το ΔΣ, για να εξετασθεί το θέμα που είχε ανακύψει, ενόψει και των από 10-7-2014, 22-7-2014, 23-7-2014, 22-8-2014 και 25-8-2014 αναφορών, τις οποίες το εναγόμενο δεν ήταν υποχρεωμένο να γνωστοποιήσει προηγουμένως στην ίδια, ώστε να εξετασθούν από αυτή, όπως αβάσιμα διατείνεται, δεδομένου ότι τα σχετικά έγγραφα αποτελούσαν μέρος της εσωτερικής επικοινωνίας των οργάνων του οίκου ευγηρίας. Ότι επακολούθησε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, δυνάμει της από 24-9-2014 έγγραφης δήλωσης της διοίκησης του εναγομένου, η οποία της επιδόθηκε την ίδια ημέρα (24-9-2014) και της καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση ύψους 3.718,91 ευρώ, με κατάθεση του εν λόγω ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Ότι κατά το χρόνο καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης ίσχυαν οι όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας, που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων την 10-11-2012 και το ύψος του μισθού της είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 733,95 ευρώ μικτά για παροχή εργασίας 40 ωρών εβδομαδιαίως επί εξαήμερο. Ότι η σύμβαση αυτή καταρτίσθηκε μετά από σχετική πρόσκληση της διοίκησης προς όλους τους εργαζομένους, οι οποίοι επέλεξαν, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και της παράλειψης του ΕΟΠΥΥ να εκπληρώσει τις οφειλές του προς το ίδρυμα για διάστημα δύο ετών, να αποδεχθούν την πρόταση μείωσης των αποδοχών τους, την οποία αποδέχθηκε και η ενάγουσα και δεν επιβλήθηκε σε αυτή με τη χρήση απειλής, όπως αβάσιμα η ίδια ισχυρίζεται, αλλά εκτιμήθηκαν από τα συμβαλλόμενα μέρη ότι ήταν αναγκαίες, υπό τις υφιστάμενες οικονομικές συνθήκες, για να εξακολουθήσει η λειτουργία του οίκου ευγηρίας. Ότι η ενάγουσα, η οποία δεν έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου, αλλά περιλαμβάνεται στο εργατοτεχνικό προσωπικό του οίκου ευγηρίας, κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, είχε συμπληρώσει 18 έτη και 8 μήνες συνεχούς απασχόλησης και ότι το ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης ανέρχεται στο ποσό των 3.425,33 ευρώ [(733,95 : 25) Χ 14/12 Χ 100]. Ότι δεν αποδεικνύεται ότι συντρέχει κάποιος από τους επικαλούμενους λόγος ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, δεδομένου ότι της καταβλήθηκε η οφειλόμενη αποζημίωση, την οποία η ίδια παρέλαβε, όπως προκύπτει από την ...24-9-2014 πράξη ανάληψης του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Α. Ε.. Ότι υπό τις ανωτέρω περιγραφόμενες συνθήκες, όπως αυτές διαμορφώθηκαν, αντικειμενικά δεν συνέτρεξαν οι όροι, ώστε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας να αξιολογηθεί ότι ασκείται καθ' υπέρβαση των ορίων που θέτει ο κανόνας του άρθρου 281 ΑΚ. Ότι, ειδικότερα, εξαιτίας της συμπεριφοράς που εκδήλωνε η ενάγουσα, προκαλούνταν εντάσεις, συγκρούσεις και διαπληκτισμοί, με αποτέλεσμα να διαμορφώνονται συνθήκες, οι οποίες, αντικειμενικά εκτιμώμενες, δεν επέτρεπαν την παραμονή αυτής στη θέση εργασίας της, διότι, υπό τις συνθήκες αυτές, ήταν αδύνατη η εξακολούθηση της αρμονικής λειτουργίας της συνεργασίας της με το προσωπικό αλλά και τη διεύθυνση του οίκου ευγηρίας. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι η νόσος της ιογενούς κερατοεπιπεφυκίτιδας, την οποία εκδήλωσε η ενάγουσα, δεν αποδεικνύεται ότι προκλήθηκε λόγω των συνθηκών υγιεινής, που επικρατούσαν στο χώρο εργασίας, ούτε ότι αιτία της μετάδοσής της ήσαν οποιεσδήποτε συγκεκριμένες συμπεριφορές προερχόμενες από τα όργανα του εναγομένου. Ότι οι διαταραχές της ψυχικής υγείας της ενάγουσας συνδέονται με την ανωτέρω περιγραφόμενη συμπεριφορά της, την οποία η ίδια εκδήλωνε στο χώρο της εργασίας, προκαλώντας ένταση στις σχέσεις της με το διευθυντή του οίκου ευγηρίας, ο οποίος αναμενόμενο ήταν ότι θα επιχειρούσε, στο πλαίσιο του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου, να απευθύνει σχετικές παρατηρήσεις και συστάσεις προς την ενάγουσα, ώστε να υποχρεωθεί η τελευταία να μη διαταράσσει το περιβάλλον εργασίας. Ότι, συνακόλουθα, δεν συντρέχει περίπτωση πρόκλησης εργατικού ατυχήματος, ώστε να θεμελιώνεται η προβαλλόμενη εκ μέρους της ενάγουσας αξίωση καταβολής χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο εξαφάνισε τις πρωτόδικες 106/2015 και 107/2015 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης (με την πρώτη των οποίων είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 3-11-2014 αγωγή ως προς το πρώτο εναγόμενο και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του τελευταίου να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 20.306,35 ευρώ, εκ του οποίου 16.749,68 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και 3.556,67 ευρώ για συμπλήρωση της αποζημίωσης απόλυσης, ως προς δε τον δεύτερο εναγόμενο απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη, ενώ με τη δεύτερη είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 24-11-2014 αγωγή, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, καθώς και η υποχρέωση του εναγομένου να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας και να της καταβάλει το ποσό των 883,95 ευρώ μηνιαίως, ως μισθούς υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από την καταγγελία της σύμβασης μέχρι το χρόνο επαναπρόσληψής της) και αφού δίκασε εκ νέου τις ένδικες αγωγές, απέρριψε την από 24-11-2014 αγωγή, ενώ δέχθηκε εν μέρει την από 3-11-2014 αγωγή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 8.772,49 ευρώ, ως προσαύξηση αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες και ως αμοιβή για εργασία κατά τα Σάββατα, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό.

7.Με την κρίση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 662, 914 ΑΚ και 42 παρ.1 και 5 του ν. 3850/2010, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, με την υπαγωγή σε αυτές των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, διότι με τις ανέλεγκτες αναιρετικώς ως άνω παραδοχές του, ορθώς απεφάνθη ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεξε περίπτωση πρόκλησης εργατικού ατυχήματος, συνιστάμενου στην προσβολή της υγείας της ενάγουσας, λόγω μη τήρησης των κανόνων υγιεινής στο χώρο εργασίας και λόγω των δυσμενών συνθηκών εργασίας, εξαιτίας ανάρμοστης συμπεριφοράς του διευθυντή του εναγομένου, ώστε να στοιχειοθετείται αδικοπραξία και εντεύθεν υποχρέωση του εργοδότη για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης. Επομένως, ο έκτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, κρίνοντας το Εφετείο ότι δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία, λόγω έλλειψης υπαιτιότητας του εναγομένου και εντεύθεν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, είναι αβάσιμος. Με τον έβδομο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με τον πρώτο λόγο της αντέφεσής της, κατά της 106/2015 πρωτόδικης απόφασης, ισχυρισμό της ότι το εργατικό ατύχημα επήλθε, επειδή δεν τηρήθηκε η νομοθεσία που επιβάλλει την πρόσληψη ιατρού εργασίας, ο οποίος αφενός θα εξέταζε τους εργαζομένους και θα είχε φάκελο υγείας τους και, επομένως, θα ήταν ενήμερος ο εργοδότης για την κατάσταση της υγείας τους, αφετέρου δε θα συμβούλευε τον εργοδότη σχετικά με την τήρηση της ανάλογης συμπεριφοράς, ώστε να μην προκληθεί ή επιδεινωθεί νόσος που εκδηλώνεται με αφορμή την παροχή εργασίας. Ο εξεταζόμενος λόγος και ανεξαρτήτως του ότι η αντέφεση, που είχε ασκήσει η ενάγουσα με τις προτάσεις της, ήταν απαράδεκτη, διότι δεν ασκήθηκε με αυτοτελές δικόγραφο, κατ' άρθρο 591 παρ.1 περ. ζ' ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ.2 του αυτού άρθρου και νόμου, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές, είναι αλυσιτελής, διότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι προκλήθηκε βλάβη της υγείας της ενάγουσας συνεπεία εργατικού ατυχήματος.

8.Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι α) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 288 και 281 ΑΚ, διότι, παρά την έλλειψη πειθαρχικού κανονισμού ή εσωτερικού κανονισμού εργασίας, η απόλυσή της είχε χαρακτήρα πειθαρχικό, δηλαδή ελεγχόταν για παράβαση των καθηκόντων της ως προς την ποιοτική και ποσοτική παροχή της εργασίας της και ότι το εναγόμενο δεν της γνωστοποίησε τα πειθαρχικά παραπτώματα, επί των οποίων την καλούσε να απολογηθεί, δεδομένου ότι η ύπαρξη αναφορών δείχνει ότι πρόκειται για πειθαρχική διαδικασία και, συνεπώς, ελλείψει πειθαρχικού κανονισμού για τον προσδιορισμό της προσήκουσας διαδικασίας, όφειλε να τηρήσει τις βασικές αρχές του πειθαρχικού ελέγχου, κατ' αναλογία του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα, μεταξύ των οποίων τη χορήγηση εύλογης προθεσμίας για την προετοιμασία της απολογίας και τη γνωστοποίηση όλων των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου, και β) δεν της χορηγήθηκε εύλογη προθεσμία να απολογηθεί, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 20 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ, τις οποίες αν εφάρμοζε σωστά, θα είχε οδηγηθεί στην κρίση ότι η παραβίαση του δικαιώματός της προς απολογία κατέστησε άκυρη την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της. Οι λόγοι αυτοί είναι, προεχόντως, αβάσιμοι ως στηριζόμενοι επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με τις παραδοχές, ήταν αποτέλεσμα της συμπεριφοράς της ενάγουσας, εξαιτίας της οποίας διαμορφώθηκαν συνθήκες, οι οποίες, αντικειμενικά εκτιμώμενες, δεν επέτρεπαν την αρμονική συνεργασία της με το προσωπικό και τη διεύθυνση του οίκου ευγηρίας, χωρίς να κινηθεί σε βάρος της οποιαδήποτε πειθαρχική διαδικασία, η οποία άλλωστε δεν προβλέπεται από κανονισμό εργασίας του ιδρύματος, όπως και η ίδια επικαλείται. Το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές, συστήθηκε από το ΔΣ της Ιεράς Μητρόπολης ειδική επιτροπή για να εξετασθεί το θέμα που προέκυψε, στην οποία εμφανίσθηκε η ενάγουσα, δεν συνιστά πειθαρχική διαδικασία, όπως διατείνεται η τελευταία, αλλά αποσκοπούσε στη διαφύλαξη των δικαιωμάτων της, ως εργαζόμενης. Ακόμη, με τον έβδομο, κατά το δεύτερο και τέταρτο μέρος του, λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση α) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, που προέβαλε με την 1233/Ειδ.Μον./256/2014 αγωγή και επανέφερε με το δεύτερο λόγο της αντέφεσής της κατά της 106/2015 πρωτόδικης απόφασης, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν άκυρη, διότι στερήθηκε του δικαιώματος απολογίας, και β) δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με αμφότερες τις αγωγές ισχυρισμό της, ότι με την από 10-11-2012 ατομική σύμβαση εργασίας ο μηνιαίος μισθός της, για το χρονικό διάστημα από 10-11-2012 και εφεξής, ορίσθηκε στο ποσό των 883,95 ευρώ μηνιαίως και αντί αυτού διέλαβε παραδοχή ότι το ύψος του μισθού της είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 733,95 ευρώ. Ο εξεταζόμενος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, και ανεξαρτήτως του ότι η αντέφεση δεν ασκήθηκε με αυτοτελές δικόγραφο, κατ' άρθρο 591 παρ.1 περ. ζ' ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, είναι αβάσιμος, διότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος. Επίσης, απαράδεκτος είναι ο ως άνω λόγος και κατά το τέταρτο μέρος του, διότι, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας της διάταξης του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΚΠολΔ 561 παρ.1). Ακόμη, με το δέκατο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αίτησης από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι διέλαβε αντιφατική αιτιολογία, ως προς το ύψος του συμφωνημένου μισθού της, δεχθείσα ότι ο τελευταίος μετά την 10-11-2012 διαμορφώθηκε στο ποσό των 733,95 ευρώ, βάσει του οποίου υπολογίσθηκε η αποζημίωση απόλυσης, και σε άλλο σημείο του σκεπτικού της, για τον υπολογισμό των προσαυξήσεων για εργασία κατά τις Κυριακές του χρονικού διαστήματος από 10-11-2012 έως 24-9-2014, δέχθηκε ότι ο συμβατικός μισθός της ανερχόταν στο ποσό των 883,95 ευρώ. Ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε τέτοια παραδοχή, αφού η προσαύξηση για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές αργίες υπολογίσθηκε επί του νομίμου ωρομισθίου και ως εκ τούτου δεν υπάρχει αντίφαση στην αιτιολογία της.

9.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους (ΑΠ 672/2014, ΑΠ 1098/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αίτησης, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι, κρίνοντας το Εφετείο ότι, κατά τους όρους της ατομικής σύμβασης εργασίας που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων την 10-11-2012, το ύψος του συμβατικού μισθού της είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 733,95 ευρώ, παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που προκύπτουν από τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ, ενώ αν ερμήνευε τη σύμβαση με βάση τους κανόνες αυτούς, θα κατέληγε ότι ο συμβατικός μισθός της ανερχόταν στο ποσό των 883,95 ευρώ μαζί με το επίδομα ωρίμανσης (χρονοεπίδομα). Ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, κατά την άνω ανέλεγκτη κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, κενό ή αμφίβολο σημείο ως προς τις δηλώσεις των συμβληθέντων στην εν λόγω ατομική σύμβαση εργασίας, σχετικά με το προβαλλόμενο από την αναιρεσείουσα ζήτημα ως προς το ύψος των συμφωνηθέντων μηνιαίων αποδοχών της, ώστε να πρέπει να προβεί στην ερμηνεία τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Με τις λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στον ίδιο λόγο και υπό το πρόσχημα της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί πραγματικών γεγονότων και ειδικότερα ως προς το ύψος των συμβατικών αποδοχών της αναιρεσείουσας και, συνεπώς, είναι απαράδεκτες.

10.Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 10 του κωδικοποιημένου ν. 3514/1928, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του ν. 4558/1930 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 2655/1953, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση χαρακτηρισμό αυτού ή τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ, όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται για αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων. Έτσι, για το χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται και εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού. Η έννοια του ιδιωτικού υπαλλήλου ή εργάτη, που προκύπτει από τις πιο πάνω διατάξεις, είναι νομική και ως τέτοια υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, βάσει των ανελέγκτως από το δικαστή της ουσίας γενομένων δεκτών περιστατικών (ΑΠ 1448/2017, ΑΠ 237/2004). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, καθιερώνεται η νομική ισότητα των Ελλήνων πολιτών, η οποία εμφανίζεται με δύο ειδικότερες μορφές. Αφενός ως ισότητα ενώπιον του νόμου, αφετέρου ως ισότητα του νόμου ή ισότητα δικαίου. Με την πρώτη από τις μορφές αυτές η αρχή της ισότητας δεσμεύει μόνο τον εφαρμοστή του δικαίου όχι δε και το νομοθέτη, με τη δεύτερη δε μορφή της δεσμεύει και το νομοθέτη, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να θεσπίσει κανόνες δικαίου, κατά τρόπο απρόσωπο και χωρίς να κάνει διακρίσεις. Συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι ο νόμος δεν θα είναι αντισυνταγματικός, αν δικαιολογημένα και μάλιστα από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος παρεκκλίνει από την ίση μεταχείριση, η συνδρομή δε του συμφέροντος αυτού υπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου. Οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3198/1955 και του β.δ. της 16/18-7-1920, που ρυθμίζουν τα σχετικά με το "ύψος" της καταβαλλόμενης αποζημίωσης σε υπαλλήλους και εργατοτεχνίτες, λόγω απροειδοποίητης απόλυσής τους, κατά τρόπο διαφορετικό, δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα, καθόσον η δυσμενής διάκριση σε βάρος των εργατοτεχνιτών έναντι των υπαλλήλων δικαιολογείται, διότι η παρεχόμενη εργασία από κάθε κατηγορία είναι διαφορετικής μορφής και δεν είναι ίσης αξίας, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 του Συντάγματος για την πληρωμή ίδιας αμοιβής και επιπλέον είναι διαφορετικές και οι συνθήκες της αγοράς εργασίας και οι ευκαιρίες απασχόλησης κάθε κατηγορίας και άρα ο χρόνος που απαιτείται για την ανεύρεση νέας εργασίας και, συνεπώς, δεν παραβιάζονται και για τους λόγους αυτούς οι ως άνω διατάξεις του Συντάγματος. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920, 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος, δεχόμενο διάκριση μεταξύ υπαλλήλου και εργατοτεχνίτη για τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης της αναιρεσείουσας και ότι η τελευταία περιλαμβάνεται στο εργατοτεχνικό προσωπικό, είναι αβάσιμος.

11.Κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, μέσω δε αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης ενδίκου μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ένατο λόγο της αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη την με αριθμό κατάθεσης 78/2015 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της 106/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία εκδόθηκε επί της από 3-11-2014 αγωγής της αναιρεσείουσας, στρεφόμενης και κατά του Π. Β., με την οποία ζήτησε (εκτός των άλλων) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε και κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση μόνο το ήδη αναιρεσίβλητο, την οποία έπρεπε να απευθύνει και κατά του ομοδίκου του, διότι υπάρχει μεταξύ τους αναγκαστική ομοδικία, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το εναγόμενο δεν προσέβαλε με την ως άνω έφεσή του την πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, ως προς το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι, ως νικήσας διάδικος, δεν είχε έννομο συμφέρον να την προσβάλει ως προς αυτό. Πέραν τούτου, και ανεξαρτήτως της υφιστάμενης μεταξύ αυτών παθητικής εις ολόκληρον ενοχής και σχέσης απλής ομοδικίας (και όχι αναγκαστικής ομοδικίας), δεν απαιτείται η έφεση, που ασκείται από κάποιον από τους αναγκαίους ομοδίκους, να απευθύνεται και κατά των ιδίων του ομοδίκων.

12.Σύμφωνα με το άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο. Μεταξύ των λόγων αυτών δεν περιλαμβάνονται και οι παραδρομές, κατά τη σύνταξη της απόφασης, εξαιτίας των οποίων έγιναν λάθη γραφικά ή λογιστικά, για τη διόρθωση των οποίων προβλέπουν ειδικώς τα άρθρα 315 επ. ΚΠολΔ (ΑΠ 536/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 315 ΚΠολΔ, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του. Με τη διάταξη αυτή θεσπίζεται η δυνατότητα του δικαστηρίου να διορθώσει την απόφασή του, αν υπάρχει διάσταση μεταξύ εκείνου που θέλησε το δικαστήριο προς εκείνο που διατυπώθηκε στην απόφαση, εξαιτίας γραφικού ή λογιστικού λάθους, ή ελλιπούς ή ανακριβούς διατύπωσης του διατακτικού της και αυτά προκύπτουν είτε από το κείμενο της ίδιας της απόφασης, είτε από άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 868/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δέκατο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, κατά τον υπολογισμό των οφειλών του εναγομένου για εργασία της κατά τα Σάββατα, ως έκτη ημέρα της εβδομάδας υπό καθεστώς πενθήμερης απασχόλησης, για το χρονικό διάστημα από 11-5-2010 έως 10-11-2012, ενώ παραθέτει κατά μήνα τα επιμέρους οφειλόμενα ποσά του εν λόγω χρονικού διαστήματος, το άθροισμα των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 7.249,39 ευρώ, εξήγαγε διαφορετικό αποτέλεσμα αθροίσματος, καταλήγοντας ότι για την ως άνω αιτία οφείλεται το ποσό των 6.698,75 ευρώ και ότι έτσι υφίσταται αντίφαση στο σκεπτικό, η οποία έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι προκύπτει διαφορά ποσού 550,64 ευρώ και κατά συνέπεια διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι ο εσφαλμένος υπολογισμός του αθροίσματος της αμοιβής για εργασία κατά τα Σάββατα του χρονικού διαστήματος από το μήνα Μάιο 2010 έως 10-11-2012 οφείλεται σε λογιστικό σφάλμα, που προκύπτει εναργώς από το ίδιο το κείμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεκτικό διόρθωσης και, συνεπώς, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

13.Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τη συνεκτίμηση περισσοτέρων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, χωρίς τούτο να εξαίρεται ιδιαιτέρως, όπως και όταν το δικαστήριο, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, διότι ανάγεται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 699/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ενδέκατο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, με τον ισχυρισμό ότι παραμόρφωσε την από 10-11-2012 ατομική σύμβαση εργασίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, διότι δέχθηκε ότι, κατά το χρόνο της καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης, ίσχυαν οι όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας, που είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων την 10-11-2012 και το ύψος του μισθού της ενάγουσας είχε διαμορφωθεί ενιαία στο ποσό των 733,95 ευρώ, ενώ έπρεπε να δεχθεί, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ο μισθός της, με βάση το ανωτέρω έγγραφο, καθορίσθηκε στο ποσό των 883,95 ευρώ μηνιαίως, με τον τρόπο δε αυτό παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου, δεχόμενη πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από τα αναφερόμενα σε αυτό. Με βάση τις παραδοχές που παρατίθενται ανωτέρω (με αριθμό 6), το δικαστήριο της ουσίας ουδόλως παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, διότι δεν δέχθηκε κάτι διαφορετικό από τα αναγραφόμενα σε αυτό. Αντίθετα, συνεκτίμησε το περιεχόμενό του με το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, που είχαν τεθεί υπό την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα που αναφέρθηκε. Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των φύλλων μισθοδοσίας της των μηνών Απριλίου 2013, Ιανουαρίου 2014, Μαΐου 2014, επιδόματος άδειας 2014 και της από 30-10-2014 καρτέλας του ΙΚΑ, καταλήγοντας ότι ο μισθός της ανερχόταν μόνο στο ποσό των 733,95 ευρώ, διότι αν δεχόταν, επικουρικώς, ότι ο μισθός της είχε διαμορφωθεί σε 811,50 ευρώ, θα κατέληγε ότι η αποζημίωση απόλυσης δεν ήταν η προσήκουσα. Ο εξεταζόμενος λόγος, κατά το μέρος αυτό, είναι απαράδεκτος, διότι δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας, όπως επί του προκειμένου, το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό με το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, πείθεται για την ύπαρξη ή ανυπαρξία των πραγματικών γεγονότων, προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται, αφού τότε πρόκειται απλώς για εκτίμηση αποδεικτικού εγγράφου.

14.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-5-2018 και με αριθμό κατάθεσης 35/8-5-2018 αίτηση για αναίρεση της 80/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2019. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 28η Ιανουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


Λήψη της σχετικής απόφασης εδώ: Απόφαση Αρείου Πάγου 64/2020 ΔΙΑΚΡΙΣΗ των μισθωτών σε ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ και ΕΡΓΑΤΟΤΕΧΝΙΤΕΣ- Διακοπή αρμονικής συνεργασίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου- ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ της ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ τους σε περίπτωση καταγγελίας της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας

Subscribe to Our Newsletter
  • Facebook
  • LinkedIn
  • Twitter
  • Pinterest
  • Instagram
  • YouTube

© 2020 | ALL RIGHTS RESERVED by  PLAN OF BUSINESS
Design by 16Reasons