ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)της 23ης Σεπτεμβρίου 2020 (*)


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα) της 23ης Σεπτεμβρίου 2020 (*)


«Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική ασφάλιση – Aσφάλιση ασθενείας – Κανονισμός (EΚ) 883/2004 – Άρθρο 20 – Προγραμματισμένη περίθαλψη – Προέγκριση – Υποχρεωτική χορήγηση – Προϋποθέσεις – Κώλυμα του ασφαλισμένου να ζητήσει προέγκριση – Κανονισμός (EΚ) 987/2009 – Άρθρο 26 – Κάλυψη των εξόδων της προγραμματισμένης περιθάλψεως στα οποία υπεβλήθη ο ασφαλισμένος – Λεπτομερείς κανόνες σχετικά με την επιστροφή των εξόδων – Οδηγία 2011/24/ΕE – Διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη – Άρθρο 8, παράγραφος 1 – Υγειονομική περίθαλψη που μπορεί να υπόκειται σε προέγκριση – Αρχή της αναλογικότητας – Άρθρο 9, παράγραφος 3 – Διεκπεραίωση των αιτήσεων για διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη – Στοιχεία που πρέπει να συνεκτιμώνται – Eύλογα χρονικά όρια – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Άρθρο 56 ΣΛΕΕ»


Στην υπόθεση C‑777/18,


με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Szombathelyi Közigazgatási és Munkaügyi Bíróság (δικαστήριο διοικητικών και εργατικών διαφορών Szombathely, Ουγγαρία) με απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2018, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Δεκεμβρίου 2018, στο πλαίσιο της δίκης


WO


κατά


Vas Megyei Kormányhivatal,


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),


συγκείμενο από τους M. Βηλαρά, πρόεδρο τμήματος, S. Rodin, D. Šváby, K. Jürimäe και N. Piçarra (εισηγητής), δικαστές,


γενική εισαγγελέας: Ε. Sharpston


γραμματέας: Α. Calot Escobar


έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,


λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:


– οι Vas Megyei Kormányhivatal, εκπροσωπούμενες από την G. Szele,


– η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Z. Fehér και την M. M. Tátrai,


– η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. K. Bulterman και M. H. S. Gijzen,


– η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,


– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους L. Havas, B.‑R. Killmann και L. Malferrari καθώς και από την A. Szmytkowska,


κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,


εκδίδει την ακόλουθη


Απόφαση


1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, του άρθρου 20, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ 2004, L 166, σ. 1), του άρθρου 26, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού (ΕΚ) 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ 2009, L 284, σ. 1), καθώς και του άρθρου 8, παράγραφος 1, και του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2011, περί εφαρμογής των δικαιωμάτων των ασθενών στο πλαίσιο της διασυνοριακής υγειονομικής περίθαλψης (ΕΕ 2011, L 88, σ. 45).


2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του WO και των Vas Megyei Kormányhivatal (διοικητικών υπηρεσιών της περιφέρειας Vas, Ουγγαρία) (στο εξής: διοικητικές υπηρεσίες) σχετικά με την άρνηση των εν λόγω υπηρεσιών να επιστρέψουν στον WO τα έξοδα διασυνοριακής υγειονομικής περιθάλψεως που του παρασχέθηκε στη Γερμανία.


I. Το νομικό πλαίσιο


1. Το δίκαιο της Ένωσης


1. Ο κανονισμός 883/2004


3 Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού 883/2004:


«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:


[...]


ιβ) “νομοθεσία”: για κάθε κράτος μέλος, οι νόμοι, οι κανονισμοί και άλλες κανονιστικές διατάξεις και όλα τα εκτελεστικά μέτρα, εφόσον αφορούν στους κλάδους κοινωνικής ασφάλισης του άρθρου 3 παράγραφος 1.


Από τον όρο αυτό εξαιρούνται οι συμβατικές διατάξεις εκτός από τις συμβατικές διατάξεις που χρησιμεύουν για την εκπλήρωση ασφαλιστικής υποχρέωσης απορρέουσας από τους νόμους ή κανονισμούς, οι οποίοι αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο, ή, με απόφαση των δημόσιων αρχών, έχουν καταστεί υποχρεωτικές ή έχει επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής τους, υπό τον όρο ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος προβαίνει σε δήλωση για τον σκοπό αυτό, την οποία κοινοποιεί στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και στον πρόεδρο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εν λόγω δήλωση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης·


ιγ) “αρμόδια αρχή”: για κάθε κράτος μέλος, ο υπουργός, οι υπουργοί ή άλλη αντίστοιχη αρχή αρμόδια για τα συστήματα κοινωνικής ασφάλειας στο σύνολο ή σε τμήμα του οικείου κράτους μέλους·


[...]


ιστ) “φορέας”: για κάθε κράτος μέλος, ο οργανισμός ή η αρχή που έχει επιφορτισθεί με την εφαρμογή του συνόλου ή μέρους της νομοθεσίας·


ιζ) “αρμόδιος φορέας”:


i) ο φορέας στον οποίο είναι ασφαλισμένος ο ενδιαφερόμενος κατά τον χρόνο της αίτησης για παροχή, ή


ii) ο φορέας από τον οποίο ο ενδιαφερόμενος δικαιούται ή θα δικαιούταν παροχές, εάν ο ίδιος, μέλος ή μέλη της οικογένειάς του κατοικούσαν στο κράτος μέλος στο οποίο ευρίσκεται ο φορέας αυτός, ή


iii) ο φορέας τον οποίο έχει ορίσει η αρμόδια αρχή του ενδιαφερομένου κράτους μέλους [...]


[...]


ιη) “φορέας του τόπου κατοικίας” και “φορέας του τόπου διαμονής”: αντίστοιχα, ο φορέας που είναι αρμόδιος για τη χορήγηση παροχών στον τόπο στον οποίο κατοικεί ο ενδιαφερόμενος και ο φορέας που είναι αρμόδιος για τη χορήγηση παροχών στον τόπο στον οποίο διαμένει ο ενδιαφερόμενος, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός ή, εάν δεν υφίσταται τέτοιος φορέας, ο φορέας που έχει ορισθεί από την αρμόδια αρχή του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους·


[...]»


4 Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού:


«Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις νομοθεσίες που αφορούν τους κλάδους κοινωνικής ασφάλισης που έχουν σχέση με:


α) παροχές ασθένειας·


[...]»


5 Το άρθρο 19 του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Διαμονή εκτός του αρμόδιου κράτους μέλους», έχει ως εξής:


«1. Εκτός εάν άλλως προβλέπεται στην παράγραφο 2, ο ασφαλισμένος και τα μέλη της οικογένειάς του που διαμένουν σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο, δικαιούνται τις παροχές σε είδος που καθίστανται ιατρικά αναγκαίες κατά τη διάρκεια της διαμονής τους, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των παροχών και η αναμενόμενη διάρκεια της διαμονής. Οι παροχές αυτές χορηγούνται για λογαριασμό του αρμόδιου φορέα από τον φορέα του τόπου διαμονής σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας που αυτός εφαρμόζει, ως εάν οι ενδιαφερόμενοι ήταν ασφαλισμένοι δυνάμει της νομοθεσίας αυτής.


2. Η Διοικητική Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο των παροχών σε είδος για τις οποίες, προκειμένου να χορηγηθούν κατά τη διάρκεια της διαμονής σε άλλο κράτος μέλος, απαιτείται για πρακτικούς λόγους προγενέστερη συμφωνία μεταξύ του ενδιαφερομένου και του φορέα που χορηγεί την περίθαλψη.»


6 Το άρθρο 20 του ιδίου κανονισμού, το οποίο επιγράφεται «Ταξίδι με σκοπό τη λήψη παροχών σε είδος – Έγκριση για την υποβολή σε κατάλληλη θεραπεία εκτός του κράτους μέλους κατοικίας», προβλέπει:


«1. Εκτός αν άλλως προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό, ο ασφαλισμένος που μεταβαίνει σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να του χορηγηθούν παροχές σε είδος κατά τη διάρκεια της διαμονής του πρέπει να ζητήσει έγκριση από τον αρμόδιο φορέα.


2. Ο ασφαλισμένος ο οποίος λαμβάνει την έγκριση του αρμόδιου φορέα για να μεταβεί σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να υποβληθεί στην κατάλληλη για την κατάστασή του θεραπεία λαμβάνει παροχές σε είδος που χορηγεί, για λογαριασμό του αρμόδιου φορέα, ο φορέας του τόπου διαμονής, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας που εφαρμόζει, ως εάν ήταν ασφαλισμένος δυνάμει της νομοθεσίας αυτής. Η έγκριση πρέπει να χορηγείται εφόσον η εν λόγω θεραπεία περιλαμβάνεται στις παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί ο ενδιαφερόμενος και μια τέτοια θεραπεία δεν είναι δυνατόν να του παρασχεθεί εντός χρονικού διαστήματος ιατρικά αιτιολογημένου, αφού ληφθούν υπόψη η τρέχουσα κατάσταση της υγείας του και η πιθανή εξέλιξη της ασθένειάς του.


[...]»


2. Ο κανονισμός 987/2009


7 Στις αιτιολογικές σκέψεις 16 και 17 του κανονισμού 987/2009 εκτίθενται τα εξής:


«(16) Στο συγκεκριμένο πλαίσιο του κανονισμού [883/2004], πρέπει να αποσαφηνισθούν οι προϋποθέσεις κάλυψης των δαπανών που συνδέονται με παροχές ασθένειας σε είδος στο πλαίσιο “προγραμματισμένης περίθαλψης”, δηλαδή περίθαλψης την οποία για να λάβει ένας ασφαλισμένος μεταβαίνει σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό στο οποίο είναι ασφαλισμένος ή κατοικεί. Θα πρέπει να διευκρινισθούν οι υποχρεώσεις του ασφαλισμένου σχετικά με την αίτηση προηγούμενης έγκρισης, καθώς και οι υποχρεώσεις του φορέα έναντι του ασθενούς όσον αφορά τους όρους χορήγησης της έγκρισης. Θα πρέπει επίσης να διευκρινισθούν οι συνέπειες για τη χρηματοοικονομική κάλυψη της περίθαλψης που λαμβάνεται σε άλλο κράτος μέλος βάσει σχετικής έγκρισης.


(17) Ο παρών κανονισμός και ιδίως οι διατάξεις σχετικά με την παραμονή εκτός του αρμόδιου κράτους μέλους και την προγραμματισμένη περίθαλψη δεν θα πρέπει να εμποδίζουν την εφαρμογή ευνοϊκότερων εθνικών διατάξεων, ιδίως όσον αφορά την απόδοση του κόστους που προέκυψε σε άλλο κράτος μέλος.»


8 Το άρθρο 25 του κανονισμού αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διαμονή σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο κράτος μέλος», ορίζει στις παραγράφους 4 και 5 τα εξής:


«4. Εάν ο ασφαλισμένος έχει πράγματι αναλάβει ο ίδιος το κόστος του συνόλου ή μέρους των παροχών σε είδος που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο του άρθρου 19 του κανονισμού [883/2004] και εφόσον η νομοθεσία που εφαρμόζεται από το φορέα του τόπου διαμονής προβλέπει τη δυνατότητα απόδοσης του εν λόγω κόστους σε έναν ασφαλισμένο, μπορεί να υποβάλει την αίτηση απόδοσης του σχετικού κόστους στο φορέα του τόπου διαμονής. Στην περίπτωση αυτήν, ο εν λόγω φορέας του αποδίδει απευθείας το ποσό που αντιστοιχεί στο κόστος των εν λόγω παροχών εντός των ορίων και υπό τους όρους των κλιμάκων απόδοσης που προβλέπονται από τη νομοθεσία του.


5. Εάν η απόδοση αυτού του κόστους δεν ζητήθηκε απευθείας από το φορέα του τόπου διαμονής, το κόστος στο οποίο υποβλήθηκε ο ενδιαφερόμενος του αποδίδεται από τον αρμόδιο φορέα βάσει των κλιμάκων απόδοσης που παρέχει ο φορέας του τόπου διαμονής [...]


Ο φορέας του τόπου διαμονής παρέχει στον αρμόδιο φορέα, εφόσον τα ζητήσει, τα απαραίτητα στοιχεία για τις κλίμακες ή τα ποσά αυτά.»


9 Το άρθρο 26 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο επιγράφεται «Προγραμματισμένη περίθαλψη», ορίζει τα εξής:


«1. Για την εφαρμογή του άρθρου 20 παράγραφος 1 του κανονισμού [883/2004], ο ασφαλισμένος προσκομίζει στο φορέα του τόπου διαμονής έγγραφο που εκδίδει ο αρμόδιος φορέας. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, αρμόδιος φορέας θεωρείται ο φορέας που φέρει το κόστος της προγραμματισμένης περίθαλψης. [...]


2. Εάν ο ασφαλισμένος δεν κατοικεί στο αρμόδιο κράτος μέλος, ζητεί επίσης την έγκριση από το φορέα του τόπου κατοικίας, ο οποίος τη διαβιβάζει αμελλητί στον αρμόδιο φορέα.


Στην περίπτωση αυτήν, ο φορέας του τόπου κατοικίας πιστοποιεί με δήλωσή του κατά πόσον πληρούνται στο κράτος μέλος κατοικίας οι προϋποθέσεις της δεύτερης πρότασης του άρθρου 20 παράγραφος 2 του κανονισμού [883/2004].


Ο αρμόδιος φορέας μπορεί να αρνείται να παράσχει τη ζητούμενη έγκριση μόνον εάν, σύμφωνα με την εκτίμηση του φορέα του τόπου κατοικίας, οι όροι της δεύτερης πρότασης του άρθρου 20 παράγραφος 2 του κανονισμού [883/2004] δεν πληρούνται στο κράτος μέλος κατοικίας του ασφαλισμένου ή εάν η ίδια περίθαλψη μπορεί να παρασχεθεί στο ίδιο το αρμόδιο κράτος μέλος, εντός προθεσμίας αποδεκτής από ιατρική άποψη, λαμβανομένης υπόψη της τρέχουσας κατάστασης της υγείας του ενδιαφερομένου και της πιθανής εξέλιξης της ασθένειάς του.


Ο αρμόδιος φορέας ενημερώνει το φορέα του κράτους μέλους κατοικίας για την απόφασή του.


Η έγκριση θεωρείται ότι χορηγήθηκε από τον αρμόδιο φορέα εάν δεν απαντήσει εντός των προθεσμιών που προβλέπει η εθνική νομοθεσία του.


3. Εάν ασφαλισμένος που δεν κατοικεί στο αρμόδιο κράτος μέλος χρήζει επείγουσας και ζωτικής περίθαλψης, και δεν είναι δυνατή η απόρριψη της αίτησης έγκρισης σύμφωνα με τη δεύτερη πρόταση του άρθρου 20 παράγραφος 2, του κανονισμού [883/2004, η] έγκριση χορηγείται από το φορέα του τόπου κατοικίας για λογαριασμό του αρμόδιου φορέα, ο οποίος ενημερώνεται αμέσως από το φορέα του τόπου κατοικίας.


Ο αρμόδιος φορέας υποχρεούται να δέχεται τις γνωματεύσεις και τις θεραπευτικές επιλογές στις οποίες προβαίνουν ιατροί εγκεκριμένοι από το φορέα του τόπου κατοικίας που χορηγεί την έγκριση όσον αφορά την ανάγκη παροχής επείγουσας και ζωτικής περίθαλψης.


[...]


6. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 7, το άρθρο 25 παράγραφοι 4 και 5 του [παρόντος κανονισμού] εφαρμόζεται κατ’ αναλογία.


7. Εάν ο ασφαλισμένος κατέβαλε ο ίδιος το κόστος ή μέρος του κόστους εγκεκριμένης θεραπευτικής αγωγής και το κόστος το οποίο ο αρμόδιος φορέας είναι υποχρεωμένος να αποδώσει στο φορέα του τόπου διαμονής ή στον ασφαλισμένο σύμφωνα με την παράγραφο 6 (πραγματικό κόστος) είναι χαμηλότερο από το κόστος που θα έπρεπε να καταβάλει για την ίδια θεραπευτική αγωγή στο αρμόδιο κράτος μέλος (πλασματικό κόστος), ο αρμόδιος φορέας του αποδίδει, κατ’ αίτησή του, το κόστος της θεραπευτικής αγωγής στο οποίο υποβλήθηκε ο ασφαλισμένος μέχρι του ύψους κατά το οποίο το πλασματικό κόστος υπερβαίνει το πραγματικό κόστος. Ωστόσο, το αποδιδόμενο ποσό δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το κόστος στο οποίο υποβλήθηκε πράγματι ο ασφαλισμένος, μπορεί δε να λαμβάνει υπόψη του το ποσόν το οποίο ο ασφαλισμένος θα κατέβαλλε εάν η θεραπεία είχε παρασχεθεί στο αρμόδιο κράτος μέλος.»


3. Η οδηγία 2011/24


10 Οι αιτιολογικές σκέψεις 8 και 46 της οδηγίας 2011/24 έχουν ως εξής:


«(8) Μερικά θέματα που συνδέονται με τη διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη, ιδίως με την επιστροφή των εξόδων για υγειονομική περίθαλψη που παρασχέθηκε σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο κατοικεί ο αποδέκτης της περίθαλψης, έχουν ήδη κριθεί από το Δικαστήριο. Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να επιτευχθεί γενικότερη αλλά και αποτελεσματική εφαρμογή των αρχών που έχει αναπτύξει το Δικαστήριο σε διάφορες υποθέσεις [...]


[...]


(46) Πάντως, αν ένα κράτος μέλος αποφασίσει να καθιερώσει ένα σύστημα προηγούμενης έγκρισης για την κάλυψη των εξόδων νοσοκομειακής ή εξειδικευμένης περίθαλψης που παρέχεται σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, τα έξοδα της περίθαλψης που παρέχεται σε άλλο κράτος μέλος θα πρέπει επίσης να επιστρέφονται από το κράτος μέλος ασφάλισης έως το επίπεδο εξόδων που θα είχαν καλυφθεί αν η ίδια υγειονομική περίθαλψη είχε παρασχεθεί στο κράτος μέλος ασφάλισης, δίχως υπέρβαση του πραγματικού κόστους της περίθαλψης που έλαβε ο ασθενής. Εντούτοις, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται […] στον κανονισμό [883/2004], θα πρέπει να χορηγείται η έγκριση και οι παροχές που προβλέπονται βάσει του κανονισμού [883/2004], εκτός αν ο ασθενής εγείρει διαφορετική αξίωση. Αυτό θα πρέπει να ισχύει ιδιαίτερα όταν η έγκριση χορηγείται ύστερα από διοικητική ή δικαστική επανεξέταση του αιτήματος και ο ενδιαφερόμενος έχει υποβληθεί στη θεραπεία σε άλλο κράτος μέλος. Στην περίπτωση αυτή, τα άρθρα 7 και 8 της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται. Τούτο συνάδει με τη νομολογία του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία οι ασθενείς των οποίων το αίτημα για προέγκριση απορρίφθηκε για λόγους που αργότερα κηρύχθηκαν αβάσιμοι έχουν το δικαίωμα πλήρους επιστροφής των εξόδων για θεραπεία που παρασχέθηκε σε άλλο κράτος μέλος, βάσει της νομοθεσίας του κράτους μέλους θεραπείας.»


11 Κατά το άρθρο 2, στοιχείο ιγʹ, η οδηγία αυτή εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των διατάξεων των κανονισμών 883/2004 και 987/2009.


12 Το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Γενικές αρχές για την απόδοση των εξόδων [διασυνοριακής υγειονομικής περιθάλψεως]», ορίζει τα εξής:


«1. Με την επιφύλαξη του κανονισμού [883/2004] και βάσει των διατάξεων των άρθρων 8 και 9, το κράτος μέλος ασφάλισης εξασφαλίζει επιστροφή των εξόδων που επιβάρυναν ασφαλισμένο ο οποίος έλαβε διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη, εάν η εν λόγω υγειονομική περίθαλψη περιλαμβάνεται στις παροχές που δικαιούται ο ασφαλισμένος στο κράτος μέλος ασφάλισης.


[...]


3. Εναπόκειται στο κράτος μέλος ασφαλίσεως να καθορίσει [...] την υγειονομική περίθαλψη για την οποία ένας ασφαλισμένος δικαιούται κάλυψη των εξόδων και το επίπεδο καλύψεως των εν λόγω εξόδων, ανεξαρτήτως του τόπου στον οποίο παρασχέθηκε η υγειονομική περίθαλψη.


4. Τα έξοδα της διασυνοριακής υγειονομικής περίθαλψης επιστρέφονται ή καταβάλλονται απευθείας από το κράτος μέλος ασφάλισης έως το επίπεδο των εξόδων που θα είχε καλύψει το κράτος μέλος ασφάλισης εάν η υγειονομική αυτή περίθαλψη είχε παρασχεθεί στο έδαφός του, χωρίς να υπερβαίνονται τα πραγματικά έξοδα της υγειονομικής περίθαλψης που έλαβε ο ασθενής.


Όταν τα πλήρη έξοδα της διασυνοριακής υγειονομικής περίθαλψης υπερβαίνουν το επίπεδο εξόδων που θα αναλάμβανε σε περίπτωση που η υγειονομική περίθαλψη είχε παρασχεθεί στο έδαφός του, το κράτος μέλος ασφάλισης μπορεί παρά ταύτα να αποφασίσει να επιστρέψει το πλήρες κόστος.


Το κράτος μέλος ασφάλισης μπορεί να αποφασίσει να επιστρέψει άλλα συναφή έξοδα, όπως έξοδα διαμονής και μετακίνησης [...] υπό τον όρο ότι τα έξοδα αυτά τεκμηριώνονται επαρκώς.


[...]


7. Το κράτος μέλος ασφάλισης μπορεί να επιβάλει σε ασφαλισμένο που επιδιώκει την επιστροφή των εξόδων διασυνοριακής υγειονομικής περίθαλψης, περιλαμβανομένης και εκείνης που έλαβε μέσω τηλεϊατρικής, τους ίδιους όρους, κριτήρια επιλεξιμότητας καθώς και κανονιστικές και διοικητικές διατυπώσεις [...] που θα είχε επιβάλει αν αυτή η υγειονομική περίθαλψη είχε παρασχεθεί στο έδαφός του. Στις απαιτήσεις αυτές μπορεί να συγκαταλέγεται γνωμάτευση επαγγελματία της υγείας ή φορέα υγειονομικής περίθαλψης που παρέχει υπηρεσίες για λογαριασμό του υποχρεωτικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης ή του εθνικού συστήματος υγείας του κράτους μέλους ασφάλισης, όπως ο γενικός ιατρός ή ο ιατρός της πρωτοβάθμιας περίθαλψης με την οποία είναι συμβεβλημένος ο ασθενής, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για να διαπιστωθεί το δικαίωμα του συγκεκριμένου ασθενούς για υγειονομική περίθαλψη. Ωστόσο, κανένας από τους όρους, τα κριτήρια επιλεξιμότητας και τις κανονιστικές και διοικητικές διατυπώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο δεν μπορούν να εισάγουν διακρίσεις ή να συνιστούν εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία ασθενών, υπηρεσιών ή αγαθών, εκτός εάν δικαιολογείται εξ αντικειμένου από απαιτήσεις σχεδιασμού προκειμένου να διασφαλιστεί επαρκής και μόνιμη πρόσβαση σε ένα ισόρροπο φάσμα ποιοτικής νοσοκομειακής περίθαλψης στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ή για να υλοποιηθεί ο στόχος της περιστολής των εξόδων και της πρόληψης, στο βαθμό του δυνατού, της σπατάλης χρηματικών, τεχνικών και ανθρώπινων πόρων.


8. Το κράτος μέλος ασφάλισης δεν υπάγει σε προηγούμενη έγκριση την επιστροφή των εξόδων διασυνοριακής υγειονομικής περίθαλψης εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 8.


[...]»


13 Το άρθρο 8, παράγραφοι 1 έως 3, της ίδιας οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Υγειονομική περίθαλψη που μπορεί να υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση», προβλέπει τα εξής:


«1. Το κράτος μέλος ασφάλισης μπορεί να προβλέπει ένα σύστημα προηγούμενης έγκρισης για την επιστροφή των εξόδων διασυνοριακής υγειονομικής περίθαλψης, βάσει του παρόντος άρθρου και του άρθρου 9. Το σύστημα της προηγούμενης έγκρισης, περιλαμβανομένων των κριτηρίων και της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών, και οι μεμονωμένες αποφάσεις απόρριψης της χορήγησης προηγούμενης έγκρισης περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία και αναλογικά προς τον επιδιωκόμενο στόχο και δεν μπορούν να συνιστούν μέσο αυθαίρετων διακρίσεων ή αδικαιολόγητο εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των ασθενώn.


2. Υγειονομική περίθαλψη που μπορεί να υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση περιορίζεται στην υγειονομική περίθαλψη που:


α) υπόκειται σε απαιτήσεις σχεδιασμού προκειμένου να διασφαλιστεί επαρκής και μόνιμη πρόσβαση σε ένα ισόρροπο φάσμα ποιοτικής νοσοκομειακής περίθαλψης στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ή για να υλοποιηθεί ο στόχος της περιστολής των εξόδων και της πρόληψης, στο βαθμό του δυνατού, της σπατάλης χρηματικών, τεχνικών και ανθρώπινων πόρων και:


i) περιλαμβάνει τουλάχιστον μία διανυκτέρευση του ασθενούς· ή


ii) απαιτεί τη χρήση πολύ εξειδικευμένης και δαπανηρής ιατρικής υποδομής ή ιατρικού εξοπλισμού·


[...]


Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις κατηγορίες υγειονομικής περίθαλψης που αναφέρονται στο στοιχείο α).


3. Όσον αφορά τις αιτήσεις για προηγούμενη έγκριση που υποβάλλει ασφαλισμένος για να του παρασχεθεί διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη, το κράτος μέλος ασφάλισης ελέγχει εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του κανονισμού [883/2004]. Εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, χορηγείται προηγούμενη έγκριση σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό εκτός αν ο ασθενής εγείρει διαφορετική αξίωση.»


14 Το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/24 προβλέπει τα εξής:


«Τα κράτη μέλη ορίζουν εύλογα χρονικά όρια εντός των οποίων πρέπει να διεκπεραιωθούν οι αιτήσεις για διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη και τα δημοσιοποιούν εκ των προτέρων. Κατά την εξέταση αίτησης για διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη:


α) τη συγκεκριμένη ιατρική κατάσταση·


β) τον επείγοντα χαρακτήρα και τις ατομικές περιστάσεις.»


2. Το ουγγρικό δίκαιο


15 Το άρθρο 27, παράγραφος 6, του 1997. évi LXXXIII. törvény a kötelező egészségbiztosítás ellátásairól (νόμου LXXXIII του 1997, περί των παροχών του υποχρεωτικού συστήματος ασφαλίσεως ασθενείας, στο εξής: νόμος περί ασφαλίσεως ασθενείας) προβλέπει τα εξής:


«Στο πλαίσιο της διασυνοριακής υγειονομικής περιθάλψεως, ο ασφαλισμένος –μη περιλαμβανομένων των προσώπων που μπορούν να ζητήσουν παροχές υγείας βάσει προαιρετικής ασφαλίσεως– ο οποίος κάνει χρήση των παροχών υγείας που ορίζονται στα τμήματα 1 έως 3 του κεφαλαίου ΙΙ απολαύει των ιδίων δικαιωμάτων με αυτά που θα είχε αν του είχαν παρασχεθεί υπηρεσίες υγείας στην Ουγγαρία σε ανάλογη περίπτωση.


Ο ασφαλιστής υγειονομικής περιθάλψεως επιστρέφει το πραγματικό κόστος της παροχής, δεόντως βεβαιωμένο, χωρίς ωστόσο το οφειλόμενο ποσό της επιστροφής να μπορεί να υπερβεί το ποσό της αξίας της περιθάλψεως που παρέχεται από φορέα χρηματοδοτούμενο από δημόσιους πόρους στην Ουγγαρία κατά την ημερομηνία της εν λόγω περιθάλψεως.


Ο ασφαλισμένος –μη περιλαμβανομένων των προσώπων που μπορούν να ζητήσουν παροχές υγείας βάσει προαιρετικής ασφαλίσεως– μπορεί να τύχει των παροχών που καθορίζονται με το κυβερνητικό διάταγμα σχετικά με το σύστημα υγειονομικής περιθάλψεως στην αλλοδαπή μόνον κατόπιν προεγκρίσεως.


Αν ο ασφαλισμένος επιθυμεί να λάβει παροχή για την οποία το ουγγρικό δίκαιο απαιτεί συνταγή του θεράποντος ιατρού, πρέπει επιπλέον να έχει στη διάθεσή του, για την επιστροφή των σχετικών εξόδων, ιατρική εντολή σχετικά με την παροχή εκδοθείσα σύμφωνα με τους κανόνες δικαίου.»


16 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του a külföldön történő gyógykezelések részletes szabályairól szóló 340/2013. (IX. 25.) Korm. rendelet [κυβερνητικού διατάγματος αριθ. 340/2013. (IX. 25.) για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων σχετικά με την υγειονομική περίθαλψη στην αλλοδαπή, στο εξής: κυβερνητικό διάταγμα] ορίζει τα εξής:


«Πρόσωπο που δικαιούται ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως στην αλλοδαπή μπορεί να τύχει της περιθάλψεως αυτής


a) σύμφωνα με τις διατάξεις των κανονισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως και τον τρόπο εφαρμογής τους (στο εξής: κανονισμοί της Ένωσης),


b) στο πλαίσιο διασυνοριακής υγειονομικής περιθάλψεως κατά την έννοια του άρθρου 5/B, παράγραφος s, σημείο sb), του [νόμου περί ασφαλίσεως ασθενείας] (στο εξής: διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη), καθώς και


c) για τους λόγους επιείκειας του άρθρου 28, παράγραφος 1, και του άρθρου 9 του [νόμου περί ασφαλίσεως ασθενείας].»


17 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του διατάγματος αυτού ορίζει τα εξής:


«Το πρόσωπο που δικαιούται υγειονομικής περιθάλψεως στην αλλοδαπή μπορεί, όσον αφορά την υγειονομική περίθαλψη στην αλλοδαπή κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία a) και c), καθώς και, στην περίπτωση της υγειονομικής περιθάλψεως στην αλλοδαπή κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο b), τις παροχές που απαριθμούνται στο παράρτημα 1, να τύχει της προγραμματισμένης περιθάλψεως που καλύπτεται από το Nemzeti Egészségbiztosítási Alapkezelő [(εθνικό ταμείο ασφαλίσεως ασθενείας, Ουγγαρία)] (στο εξής: ΝΕΑΚ) μόνον κατόπιν προεγκρίσεως από το ταμείο αυτό.


18 Το άρθρο 5, παράγραφοι 1 έως 3, του εν λόγω διατάγματος ορίζει τα εξής:


«1. Όταν υποβάλλεται αίτηση ιατρικής περιθάλψεως στην αλλοδαπή, το NEAK εξετάζει, εντός οκτώ ημερών από την παραλαβή της, αν η αίτηση αυτή αφορά παροχή που αναγνωρίζεται και καλύπτεται από την κοινωνική ασφάλιση στην Ουγγαρία.


2. Αν η παροχή αναγνωρίζεται και καλύπτεται από την κοινωνική ασφάλιση, το NEAK εξετάζει, εντός επιπλέον 15 ημερών, αν ο ασθενής μπορεί να υποβληθεί σε θεραπεία εντός εύλογου από ιατρική άποψη χρονικού διαστήματος, που αναφέρεται στην αίτηση, από φορέα παροχής υγειονομικής περιθάλψεως χρηματοδοτούμενο από δημόσιους πόρους. Εφόσον απαιτείται, το NEAK προσφεύγει σε εμπειρογνώμονα για να επαληθεύσει τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην αίτηση.


3. Εάν φορέας παροχής υγειονομικής περιθάλψεως χρηματοδοτούμενος από δημόσιους πόρους μπορεί, εντός εύλογου από ιατρική άποψη χρονικού διαστήματος, που αναφέρεται στην αίτηση, να παράσχει περίθαλψη στην Ουγγαρία στο πρόσωπο που μπορεί να ζητήσει υγειονομική περίθαλψη στην αλλοδαπή, το NEAK απορρίπτει την αίτηση και προτείνει φορέα παροχής υγειονομικής περιθάλψεως χρηματοδοτούμενο από δημόσιους πόρους. Το NEAK ενημερώνεται εκ των προτέρων σχετικά με την ικανότητα υποδοχής του εθνικού φορέα παροχής υγειονομικής περιθάλψεως που χρηματοδοτείται από δημόσιους πόρους.»


19 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κυβερνητικού διατάγματος προβλέπει τα ακόλουθα:


«Αν το πρόσωπο που δικαιούται υγειονομικής περιθάλψεως στην αλλοδαπή επιθυμεί να τύχει υγειονομικής περιθάλψεως στην αλλοδαπή από παρέχοντα υπηρεσίες ο οποίος δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των κανονισμών της Ένωσης ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο μη προβλεπόμενο από τους κανονισμούς της Ένωσης, ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο που δεν προβλέπεται από τους κανονισμούς της Ένωσης, ή ζητεί έγκριση που του παρέχει μόνον το δικαίωμα να τύχει ιατρικής περιθάλψεως, χωρίς να διευκρινίζει τον πάροχο της υγειονομικής περιθάλψεως, το εν λόγω πρόσωπο πρέπει να το διευκρινίζει στην αίτησή του. Το NEAK ακολουθεί τη διαδικασία του άρθρου 5, παράγραφοι 1 έως 3, λαμβάνοντας υπόψη τον επείγοντα χαρακτήρα και τις ατομικές περιστάσεις. [...]»


20 Από το παράρτημα 1 του διατάγματος αυτού προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, υπέκειντο σε έγκριση:


– σε περίπτωση παροχής υπηρεσιών νοσοκομειακής περιθάλψεως που απαριθμούνται στο παράρτημα 3 του az egészségügyi szakellátás társadalombiztosítási finanszírozásának egyes kérdéseiről szóló 9/1993. (IV. 2.) NM rendelet [διατάγματος NM 9/1993. (IV. 2.) σχετικά με ορισμένα ζητήματα της χρηματοδοτήσεως της εξειδικευμένης υγειονομικής περιθάλψεως από την κοινωνική ασφάλιση, στο εξής: τομεακή ρύθμιση], όλες οι παροχές που συνεπάγονται νοσηλεία, ή συναφή ιατροτεχνολογικά προϊόντα και εμφυτεύματα μίας χρήσεως, που καλύπτονται ανά μονάδα, κατάλογος των οποίων παρατίθεται στο παράρτημα 1 της τομεακής ρυθμίσεως, καθώς και οι δραστικές ουσίες που καλύπτονται ανά μονάδα, κατάλογος των οποίων παρατίθεται στο παράρτημα 1/A του διατάγματος αυτού·


– η περίθαλψη μίας ημέρας και η περίθαλψη υπό τη μορφή θεραπευτικής αγωγής που απαριθμούνται στα παραρτήματα 9, 10 και 10/A του εν λόγω διατάγματος·


– οι χειρουργικές μέθοδοι και επεμβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα 8 του ίδιου διατάγματος, οι οποίες είναι ιδιαιτέρως υψηλού κόστους και ελάχιστα διαδεδομένες σε εθνικό επίπεδο, με εξαίρεση την περίθαλψη που συνδέεται με μεταμόσχευση οργάνων.


II. Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα


21 Κατά τη διάρκεια του 1987, ο WO, Ούγγρος υπήκοος, απώλεσε την όραση στον αριστερό οφθαλμό του λόγω αποκολλήσεως του αμφιβληστροειδούς.


22 Κατά τη διάρκεια του 2015, ο WO διαγνώστηκε με γλαύκωμα στον δεξί οφθαλμό. Υπεβλήθη ανεπιτυχώς σε θεραπεία σε διάφορα ουγγρικά ιδρύματα υγείας, καθώς το οπτικό πεδίο του ενδιαφερομένου μειωνόταν συνεχώς και η ενδοοφθαλμική πίεση εμφάνιζε υψηλές τιμές.


23 Από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι, στις 29 Σεπτεμβρίου 2016, ο WO επικοινώνησε με ιατρό ο οποίος ασκούσε το επάγγελμά του στο Recklinghausen (Γερμανία) και του όρισε ραντεβού στις 17 Οκτωβρίου 2016 για ιατρική εξέταση. Ο ιατρός τον ενημέρωσε ότι έπρεπε να παρατείνει τη διαμονή του μέχρι τις 18 Οκτωβρίου 2016, ημερομηνία κατά την οποία θα πραγματοποιείτο, ενδεχομένως, οφθαλμολογική επέμβαση.