ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)της 16ης Ιουλίου 2020 (*)


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 16ης Ιουλίου 2020 (*)


«Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των καταναλωτών – Οδηγία 93/13/ΕΟΚ – Άρθρα 6 και 7 – Συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές – Ενυπόθηκα δάνεια – Καταχρηστικές ρήτρες – Ρήτρα βάσει της οποίας ο δανειολήπτης βαρύνεται με το σύνολο των εξόδων σύστασης και εξάλειψης υποθήκης – Αποτελέσματα της κηρύξεως της ακυρότητας των εν λόγω ρητρών – Εξουσίες του εθνικού δικαστηρίου σε περίπτωση ρήτρας που χαρακτηρίζεται ως “καταχρηστική” – Κατανομή των εξόδων – Εφαρμογή εθνικών διατάξεων ενδοτικού δικαίου – Άρθρο 3, παράγραφος 1 – Εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των συμβατικών ρητρών – Άρθρο 4, παράγραφος 2 – Εξαίρεση των ρητρών που αφορούν το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως ή το ανάλογο ή μη του τιμήματος ή της αμοιβής – Προϋπόθεση – Άρθρο 5 – Υποχρέωση διατύπωσης των συμβατικών ρητρών κατά τρόπο σαφή και κατανοητό – Δικαστικά έξοδα – Παραγραφή – Αρχή της αποτελεσματικότητας»


Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-224/19 και C-259/19,


με αντικείμενο δύο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλαν το Juzgado de Primera Instancia n.° 17 de Palma de Mallorca (πρωτοδικείο υπ’ αριθ. 17 της Πάλμα ντε Μαγιόρκα, Ισπανία) (C‑224/19) και το Juzgado de Primera Instancia e Instrucción de Ceuta (πρωτοδικείο της Θέουτα, Ισπανία) (C-259/19), με αποφάσεις της 12ης Μαρτίου 2019 και της 13ης Μαρτίου 2019, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο αντιστοίχως στις 14 Μαρτίου 2019 και στις 27 Μαρτίου 2019, στο πλαίσιο των δικών


CY


κατά


Caixabank SA (C-224/19),


και


LG,


PK


κατά


Banco Bilbao Vizcaya Argentaria SA (C-259/19),


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),


συγκείμενο από τους Μ. Βηλαρά, πρόεδρο τμήματος, S. Rodin (εισηγητή), D. Šváby, K. Jürimäe και N. Piçarra, δικαστές,


γενικός εισαγγελέας: H. Saugmandsgaard Øe


γραμματέας: A. Calot Escobar


έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,


λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:


– ο CY, εκπροσωπούμενος από τον N. Martínez Blanco, abogado,


– η Caixabank SA, εκπροσωπούμενη από τον J. Gutiérrez de Cabiedes Hidalgo de Caviedes, abogado,


– ο LG, εκπροσωπούμενος από τον R. Salamanca Sánchez, abogado, και την M. C. Ruiz Reina, procuradora,


– η Banco Bilbao Vizcaya Argentaria SA, εκπροσωπούμενη από τους C. Fernández Vicién, J. Capell Navarro και A. Picón Franco, abogados,


– η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον L. Aguilera Ruiz και την M. J. García-Valdecasas Dorrego,


– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους J. Baquero Cruz και N. Ruiz García,


κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,


εκδίδει την ακόλουθη


Απόφαση


1 Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία των άρθρων 3 έως 8 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29).


2 Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο δύο ενδίκων διαφορών, αφενός, μεταξύ του CY και της Caixabank SA και, αφετέρου, μεταξύ του LG και της PK και της Banco Bilbao Vizcaya Argentaria SA, σχετικά με καταχρηστικές ρήτρες που περιέχονται σε ενυπόθηκες δανειακές συμβάσεις.


Το νομικό πλαίσιο


Το δίκαιο της Ένωσης


3 Η δέκατη έκτη, η δέκατη ένατη, η εικοστή και η εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/13 έχουν ως εξής:


«[εκτιμώντας] ότι η βάσει των καθορισθέντων γενικών κριτηρίων […] εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών, ιδίως στις επαγγελματικές δραστηριότητες δημοσίου δικαίου που παρέχουν υπηρεσίες στο κοινό λαμβάνοντας υπόψη την ταυτότητα συμφερόντων με τους χρήστες, πρέπει να συμπληρώνεται από κάποιο μέσο γενικής αξιολόγησης των διαφόρων εμπλεκομένων συμφερόντων· ότι αυτό αποτελεί την απαίτηση καλής πίστης· ότι, κατά την εκτίμηση της καλής πίστης, πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στη διαπραγματευτική δύναμη εκατέρου των συμβαλλομένων, στο αν ο καταναλωτής παρακινήθηκε κατά οποιοδήποτε τρόπο να αποδεχθεί τη ρήτρα και αν η παροχή των αγαθών ή των υπηρεσιών έγινε κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή· ότι αυτή η απαίτηση μπορεί να ικανοποιηθεί από τον επαγγελματία όταν συναλλάσσεται με έντιμο και δίκαιο τρόπο με τον αντισυμβαλλόμενο του οποίου οφείλει να λαμβάνει υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα·


[...]


ότι, για τις ανάγκες της παρούσας οδηγίας, η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα δεν πρέπει να αφορά τις ρήτρες που περιγράφουν το βασικό αντικείμενο της σύμβασης ούτε τη σχέση ποιότητας τιμής του προμηθευομένου αγαθού ή της παροχής· ότι το βασικό αντικείμενο της σύμβασης και η σχέση ποιότητας/τιμής μπορούν, ωστόσο, να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα άλλων ρητρών [...]


ότι οι συμβάσεις πρέπει να συντάσσονται με σαφή και κατανοητό τρόπο· ότι ο καταναλωτής πρέπει να έχει πράγματι την ευκαιρία να λάβει γνώση όλων των ρητρών και ότι σε περίπτωση αμφιβολίας πρέπει να υπερισχύσει η πιο ευνοϊκή ερμηνεία για τον καταναλωτή·


[...]


ότι οι δικαστικές αρχές και τα διοικητικά όργανα πρέπει να διαθέτουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα ώστε να θέτουν τέρμα στην εφαρμογή των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται με τους καταναλωτές».


4 Το άρθρο 1 της οδηγίας 93/13 ορίζει τα εξής:


«1. Η παρούσα οδηγία έχει αντικείμενο την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, οι οποίες αφορούν τις καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ ενός επαγγελματία και ενός καταναλωτή.


2. Οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου καθώς και διατάξεις ή αρχές διεθνών συμβάσεων στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα, ιδίως στον τομέα των μεταφορών, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.»


5 Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:


«1. Ρήτρα σύμβασης που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική όταν παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση.


2. Θεωρείται πάντοτε ότι η ρήτρα δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και όταν ο καταναλωτής, εκ των πραγμάτων, δε μπόρεσε να επηρεάσει το περιεχόμενό της, ιδίως στα πλαίσια μιας σύμβασης προσχωρήσεως.


[...]»


6 Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:


«Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.»


7 Το άρθρο 5 της ίδιας οδηγίας προβλέπει τα εξής:


«Στην περίπτωση συμβάσεων των οποίων όλες ή μερικές ρήτρες που προτείνονται στον καταναλωτή έχουν συνταχθεί εγγράφως, οι ρήτρες αυτές πρέπει να συντάσσονται πάντοτε με σαφή και κατανοητό τρόπο. […]»


8 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 προβλέπει τα εξής:


«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.»


9 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:


«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.»


10 Tο άρθρο 8 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:


«Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή.»


Το ισπανικό δίκαιο


Το βασιλικό διάταγμα 1426/1989


11 Ο κανόνας 6.a του παραρτήματος II του Real Decreto 1426/1989, por el que se aprueba el arancel de los notarios (βασιλικού διατάγματος 1426/1989 περί εγκρίσεως των συμβολαιογραφικών αμοιβών), της 17ης Νοεμβρίου 1989 (BOE αριθ. 285 της 28ης Νοεμβρίου 1989, σ. 37169), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, όριζε τα εξής:


«[Η υποχρέωση καταβολής των δικαιωμάτων βαρύνει] τον συμβαλλόμενο που ζήτησε την παρέμβαση ή τις υπηρεσίες του συμβολαιογράφου και, ενδεχομένως, εκείνους που έχουν την ιδιότητα του ενδιαφερομένου δυνάμει των κανόνων ουσιαστικού και φορολογικού δικαίου [...]».


Το βασιλικό διάταγμα 1427/1989


12 Ο όγδοος κανόνας του παραρτήματος II του Real Decreto 1427/1989, por el que se aprueba el arancel de los registradores de la propiedad (βασιλικού διατάγματος 1427/1989 περί εγκρίσεως των τελών των κτηματολογικών γραφείων), της 17ης Νοεμβρίου 1989 (BOE αριθ. 285 της 28ης Νοεμβρίου 1989, σ. 37171), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, επιβάλλει την υποχρέωση [καταβολής των τελών κτηματολογικού γραφείου] σε «εκείνον ή εκείνους υπέρ των οποίων εγγράφεται ή σημειώνεται άμεσα το δικαίωμα, ενώ τα τέλη μπορούν να απαιτηθούν και από [...] εκείνον που ζήτησε την οικεία υπηρεσία ή από εκείνον υπέρ του οποίου εγγράφηκε το δικαίωμα ή ζητήθηκε το πιστοποιητικό».


Ο LCGC


13 Το άρθρο 7 του Ley 7/1998, sobre condiciones generales de la contratación (νόμου 7/1998 περί των γενικών όρων συναλλαγών), της 13ης Απριλίου 1998 (BOE αριθ. 89 της 14ης Απριλίου 1998, σ. 12304), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο υπογραφής των επίμαχων στην κύρια δίκη συμβάσεων (στο εξής: LCGC), προέβλεπε τα εξής:


«Οι ακόλουθοι γενικοί όροι λογίζονται ως μη τεθέντες στη σύμβαση:


a) οι όροι των οποίων ο καταναλωτής δεν είχε στην πραγματικότητα την ευκαιρία να λάβει γνώση στο σύνολό τους προ της συνάψεως της συμβάσεως ή οι οποίοι δεν υπογράφηκαν, εφόσον αυτό απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 5·


b) οι δυσανάγνωστοι, αόριστοι, ασαφείς ή ακατανόητοι όροι, εκτός αν, στην τελευταία περίπτωση, ο προσχωρών τους αποδέχθηκε ρητώς και εγγράφως, τηρούν δε τις ειδικές ρυθμίσεις σχετικά με τη διαφάνεια των συμβατικών ρητρών στον τομέα αυτό.»


14 Το άρθρο 8 του LCGC ορίζει τα εξής:


«1. Είναι αυτοδικαίως άκυροι οι γενικοί όροι που αντιβαίνουν, εις βάρος του προσχωρούντος, προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή οποιουδήποτε άλλου κανόνα που εισάγει υποχρέωση ή απαγόρευση, εκτός αν προβλέπουν άλλες συνέπειες σε περίπτωση παραβάσεώς τους.


2. Ειδικότερα, είναι άκυροι οι καταχρηστικοί γενικοί όροι σε συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές [...]».


Η πράξη νομοθετικού περιεχομένου 6/2000


15 Το άρθρο 40 της Real-Decreto Ley 6/2000, de Medidas Urgentes de Intensificación de la Competencia en Mercados de Bienes y Servicios (πράξεως νομοθετικού περιεχομένου 6/2000, περί επειγόντων μέτρων για την ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών), της 23ης Ιουνίου 2000 (BOE αριθ. 151 της 24ης Ιουνίου 2000, σ. 22440), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο υπογραφής των επίμαχων στην κύρια δίκη συμβάσεων, όριζε τα εξής:


«[Τ]α πιστωτικά και τα λοιπά χρηματοοικονομικά ιδρύματα αναφέρουν ρητώς [...] το δικαίωμα του δανειολήπτη να ορίσει, από κοινού με τον δανειοδότη, το πρόσωπο ή την οντότητα που θα εκτιμήσει την αξία του ενυπόθηκου ακινήτου [...]».


Το βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 1/2007


16 Το Real Decreto Legislativo 1/2007, por el que se aprueba el texto refundido του Ley General para la Defensa de los Consumidores y Usuarios y otras leyes complementarias (βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 1/2007, περί εγκρίσεως του ενοποιημένου κειμένου του γενικού νόμου περί προστασίας των καταναλωτών και των χρηστών και άλλων συμπληρωματικών νόμων), της 16ης Νοεμβρίου 2007 (BOE αριθ. 287 της 30ής Νοεμβρίου 2007, σ. 49181), προβλέπει στο άρθρο 8, που φέρει τον τίτλο «Βασικά δικαιώματα των καταναλωτών και των χρηστών», τα εξής:


«Αποτελούν βασικά δικαιώματα των καταναλωτών και των χρηστών:


[...]


b) η προστασία των νόμιμων οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων τους, ιδίως έναντι των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και της εισαγωγής καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις.


[...]


d) η ακριβής πληροφόρηση σχετικά με τα διάφορα αγαθά ή υπηρεσίες, καθώς και η εκπαίδευση και η εκλαΐκευση προκειμένου να διευκολυνθεί η γνώση σχετικά με την κατάλληλη χρήση, κατανάλωση ή απόλαυση των εν λόγω αγαθών ή υπηρεσιών. [...]»


17 Το άρθρο 60 του βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 1/2007, που φέρει τον τίτλο «Προσυμβατική ενημέρωση», έχει ως εξής:


«1. Προτού ο καταναλωτής και χρήστης δεσμευθεί από σύμβαση ή αντίστοιχη προσφορά, ο επιχειρηματίας οφείλει να παράσχει σε αυτόν, με σαφή και κατανοητό τρόπο, εκτός εάν προκύπτουν προδήλως από το όλο πλαίσιο, τις κρίσιμες αληθείς και επαρκείς πληροφορίες όσον αφορά τα κύρια χαρακτηριστικά της συμβάσεως και ιδίως τους νομικούς και οικονομικούς όρους της.


2. Είναι κρίσιμες οι υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών για τα αγαθά ή τις υπηρεσίες τις οποίες προβλέπει ο παρών νόμος ή οποιοσδήποτε άλλος εφαρμοστέος κανόνας, καθώς και:


a) τα κύρια χαρακτηριστικά των αγαθών ή των υπηρεσιών, στον βαθμό που ενδείκνυται σε σχέση με το χρησιμοποιούμενο μέσο και τα οικεία αγαθά ή υπηρεσίες·


[...]


c) η τιμή, συμπεριλαμβανομένων των φόρων. Αν, λόγω της φύσεως των αγαθών ή των υπηρεσιών η τιμή δεν μπορεί ευλόγως να καθοριστεί εκ των προτέρων, ο τρόπος με τον οποίο υπολογίζεται η τιμή, καθώς και, όπου ενδείκνυται, όλες οι πρόσθετες επιβαρύνσεις αποστολής, παράδοσης ή ταχυδρομείου ή, όταν οι επιβαρύνσεις αυτές ευλόγως δεν μπορούν να υπολογιστούν εκ των προτέρων, το γεγονός ότι μπορεί να απαιτηθούν τέτοιες πρόσθετες επιβαρύνσεις.


Σε κάθε πληροφόρηση προς τον καταναλωτή ή τον χρήστη σχετικά με την τιμή των αγαθών ή των υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης, δηλώνεται η συνολική τιμή, με χωριστή παράθεση, κατά περίπτωση, του ποσού των εφαρμοζόμενων προσαυξήσεων ή εκπτώσεων, των εξόδων που καταλογίζονται στον καταναλωτή ή τον χρήστη και των πρόσθετων εξόδων για παρεπόμενες υπηρεσίες, χρηματοδότηση, χρησιμοποίηση διαφόρων μέσων πληρωμής ή άλλων παρόμοιων όρων πληρωμής. [...]»


18 Το άρθρο 80 του βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 1/2007, που φέρει τον τίτλο «Απαιτήσεις οι οποίες ισχύουν για τις ρήτρες που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης», ορίζει τα εξής:


«1. Στις συμβάσεις με καταναλωτές και χρήστες οι οποίες περιλαμβάνουν ρήτρες που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, [...] οι ρήτρες αυτές πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες απαιτήσεις:


a) να έχουν ακριβή, σαφή και απλή διατύπωση, η οποία να μπορεί να γίνει άμεσα κατανοητή [...]


b) να είναι προσβάσιμες και αναγνώσιμες ούτως ώστε να παρέχεται στον καταναλωτή και στον χρήστη η δυνατότητα να γνωρίζει την ύπαρξη και το περιεχόμενό τους πριν από τη σύναψη της συμβάσεως. [...]


c) να είναι σύμφωνες προς την καλή πίστη και να διασφαλίζουν δίκαιη ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, πράγμα το οποίο, εν πάση περιπτώσει, αποκλείει τη χρήση καταχρηστικών ρητρών. [...]»


19 Το άρθρο 82 του βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 1/2007, που φέρει τον τίτλο «Έννοια των καταχρηστικών ρητρών», ορίζει τα εξής:


«1. Θεωρείται καταχρηστική κάθε ρήτρα που δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης καθώς και κάθε πρακτική που δεν προκύπτει από ρητή συμφωνία, η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή και του χρήστη σημαντική ανισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων που απορρέουν από τη σύμβαση.


2. [...] Ο επαγγελματίας ο οποίος διατείνεται ότι μια συγκεκριμένη ρήτρα αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης φέρει το σχετικό βάρος αποδείξεως.


3. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας συμβατικής ρήτρας κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών τις οποίες αφορά η σύμβαση και όλες οι περιστάσεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως, καθώς και όλες οι λοιπές ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται. [...]»


20 Το άρθρο 83 του βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 1/2007, που φέρει τον τίτλο «Ακυρότητα των καταχρηστικών ρητρών και διατήρηση σε ισχύ της συμβάσεως», προβλέπει τα εξής:


«Οι καταχρηστικές ρήτρες είναι αυτοδικαίως άκυρες και λογίζονται ως μη τεθείσες. Για τον σκοπό αυτόν, κατόπιν ακροάσεως των διαδίκων, ο δικαστής κηρύσσει άκυρες τις καταχρηστικές ρήτρες της συμβάσεως, μολονότι η σύμβαση συνεχίζει να δεσμεύει τα μέρη υπό τους ίδιους όρους εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.»


21 Το άρθρο 87 του βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 1/2007, που φέρει τον τίτλο «Καταχρηστικές ρήτρες λόγω ελλείψεως αμοιβαιότητας», προβλέπει, στην παράγραφο 5, τα εξής:


«Είναι καταχρηστικές οι ρήτρες οι οποίες, στο πλαίσιο της συμβάσεως, δημιουργούν εις βάρος του καταναλωτή ή του χρήστη έλλειψη αμοιβαιότητας αντίθετη προς την καλή πίστη, και ιδίως:


[...]


5. [...] κάθε άλλη διάταξη που προβλέπει πληρωμή για προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή καταναλώθηκαν στην πραγματικότητα. [...]»


22 Το άρθρο 89 του βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 1/2007, που φέρει τον τίτλο «Καταχρηστικές ρήτρες που αφορούν την κατάρτιση και την εκτέλεση της συμβάσεως», ορίζει τα εξής:


«Θεωρούνται, εν πάση περιπτώσει, ως καταχρηστικές ρήτρες:


[...]


4. Η επιβολή στον καταναλωτή ή στον χρήστη συμπληρωματικών ή παρεπόμενων αγαθών ή υπηρεσιών που δεν έχουν ζητηθεί.


5. Οι προσαυξήσεις τιμών για παρεπόμενες υπηρεσίες [...] που δεν αντιστοιχούν σε πρόσθετες παροχές οι οποίες μπορούν να γίνουν δεκτές ή να απορριφθούν [...]».


Ο νόμος 2/2009


23 Ο Ley 2/2009, por la que se regula la contratación con los consumidores de préstamos o créditos hipotecarios y de servicios de intermediación para la celebración de contratos de préstamo o crédito (νόμος 2/2009, περί ρυθμίσεως της συνάψεως με τους καταναλωτές συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων που εξασφαλίζονται με υποθήκη και συμβάσεων μεσιτείας για τη σύναψη δανειακών ή πιστωτικών συμβάσεων), της 31ης Μαρτίου 2009 (BOE αριθ. 79 της 1ης Απριλίου 2009, σ. 30843), ορίζει στο άρθρο 5, παράγραφος 1, που φέρει τον τίτλο «Υποχρεώσεις διαφάνειας ως προς τις τιμές»:


«Οι επιχειρήσεις καθορίζουν ελεύθερα τους τιμοκαταλόγους τους με τις προμήθειες, τους όρους και τα έξοδα που μπορούν να καταλογιστούν στους καταναλωτές, χωρίς άλλους περιορισμούς πέρα από εκείνους που επιβάλλονται, όσον αφορά τις καταχρηστικές ρήτρες, στον παρόντα νόμο [...] καθώς και στο [βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 1/2007].


Οι τιμοκατάλογοι με τις προμήθειες ή αποζημιώσεις και τα έξοδα που μπορούν να απαιτηθούν, συμπεριλαμβανομένων των συμβουλευτικών δραστηριοτήτων, αναγράφουν τις περιπτώσεις και, ενδεχομένως, τη συχνότητα εφαρμογής τους. Οι προμήθειες ή αποζημιώσεις ή τα έξοδα που καταλογίζονται στον πελάτη πρέπει να αντιστοιχούν σε πράγματι παρασχεθείσες υπηρεσίες ή σε πραγματοποιηθέντα έξοδα. Για τις υπηρεσίες που δεν έγιναν ρητώς δεκτές ή δεν ζητήθηκαν ρητώς από τον πελάτη δεν μπορούν να επιβληθούν προμήθειες ή έξοδα.»


Ο LEC


24 Το άρθρο 394 του Ley 1/2000, de Enjuiciamiento Civil (νόμου 1/2000 περί κώδικα πολιτικής δικονομίας), της 7ης Ιανουαρίου 2000 (BOE αριθ. 7 της 8ης Ιανουαρίου 2000, σ. 575), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο υπογραφής των επίμαχων στην κύρια δίκη συμβάσεων (στο εξής: LEC), όριζε τα εξής:


«1. Στις αναγνωριστικές δίκες, τα έξοδα πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας βαρύνουν τον διάδικο ο οποίος ηττήθηκε πλήρως, εκτός εάν το δικαστήριο διαπιστώνει αιτιολογημένα ότι η υπόθεση δημιουργούσε σοβαρές αμφιβολίες πραγματικού ή νομικού χαρακτήρα.


[...]


2. Σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων, κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του και το ήμισυ των κοινών εξόδων, εκτός αν από τις περιστάσεις δικαιολογείται να καταδικαστεί στα έξοδα ένας εκ των διαδίκων για τον λόγο ότι αντιδίκησε κατά τρόπο απερίσκεπτο.


[...]»


Ο Αστικός Κώδικας


25 Το άρθρο 1303 του Código Civil (Αστικού Κώδικα) έχει ως εξής:


«Κηρυχθείσας άκυρης της ενοχής, οι αντισυμβαλλόμενοι οφείλουν να αποδώσουν αμοιβαίως τα πράγματα που αποτέλεσαν αντικείμενο της συμβάσεως με τους καρπούς τους, καθώς και το αντίτιμο με τους αναλογούντες τόκους, εξαιρουμένων των περιπτώσεων των επόμενων άρθρων.»


26 Το άρθρο 1964, παράγραφος 2, του Αστικού Κώδικα έχει ως εξής:


«Οι αξιώσεις που δεν υπόκεινται σε ειδική παραγραφή παραγράφονται μετά την πάροδο πέντε ετών από την ημερομηνία κατά την οποία κατά την οποία μπορεί να απαιτηθεί η εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής. Για τις διαρκείς υποχρεώσεις σε πράξη ή παράλειψη, η παραγραφή άρχεται με την κάθε παράβαση των υποχρεώσεων αυτών.»


27 Το άρθρο 1969 του Αστικού Κώδικα ορίζει τα εξής:


«Ο χρόνος παραγραφής πάσης φύσεως αξιώσεων άρχεται, ελλείψει ειδικής διατάξεως ορίζουσας άλλως, από την ημερομηνία κατά την οποία είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους.»


H απόφαση περί επιτοκίων και προμηθειών, κανόνων λειτουργίας, ενημέρωσης των πελατών και διαφήμισης των πιστωτικών ιδρυμάτων


28 Το κεφάλαιο 1 της Orden sobre tipos de interés y comisiones, normas de actuación, información a clientes y publicidad de las Entidades de crédito (αποφάσεως περί επιτοκίων και προμηθειών, κανόνων λειτουργίας, ενημέρωσης των πελατών και διαφήμισης των πιστωτικών ιδρυμάτων) της 12ης Δεκεμβρίου 1989 (BOE αριθ. 303 της 19ης Δεκεμβρίου 1989, σ. 39289), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο υπογραφής των επίμαχων στην κύρια δίκη συμβάσεων, είχε ως εξής:


«Πέμπτον. Τα πιστωτικά ιδρύματα καθορίζουν ελεύθερα τις προμήθειες που εισπράττουν για τις πράξεις ή τις υπηρεσίες που παρέχουν.


[...]


Για τις υπηρεσίες που δεν έγιναν ρητώς δεκτές ή δεν ζητήθηκαν ρητώς από τον πελάτη δεν μπορούν να επιβληθούν προμήθειες ή έξοδα. Οι προμήθειες ή τα έξοδα που καταλογίζονται στον πελάτη πρέπει να αντιστοιχούν σε πράγματι παρασχεθείσες υπηρεσίες ή σε πραγματοποιηθέντα έξοδα.»


Οι διαφορές των κυρίων δικών και τα προδικαστικά ερωτήματα


Η υπόθεση C-224/19


29 Στις 16 Μαΐου 2000, ο CY συνήψε με το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα Caixabank σύμβαση ενυπόθηκου δανείου ενώπιον συμβολαιογράφου, αρχικού ύψους 81 136,63 ευρώ, με κυμαινόμενο επιτόκιο.


30 Με την τέταρτη ρήτρα της συμβάσεως αυτής επιβαλλόταν στον δανειολήπτη η καταβολή «εξόδων φακέλου». Η ρήτρα αυτή όριζε τα εξής:


«Υπέρ της [Caixabank] και εις βάρος του δανειολήπτη συνομολογούνται οι ακόλουθες προμήθειες:


A) – Έξοδα φακέλου επί του συνολικού ανώτατου ορίου του δανείου, άπαξ καταβλητέα κατά [την κατάρτιση] της παρούσας πράξης: ένα τοις εκατό, ήτοι ποσό εκατόν τριάντα πέντε χιλιάδων ισπανικών πεσετών (135 000) που αντιστοιχούν σε 811,37 ευρώ.»


31 Η πέμπτη ρήτρα της εν λόγω συμβάσεως επέβαλλε στον δανειολήπτη την καταβολή όλων των εξόδων σύστασης και εξάλειψης υποθήκης. Η ρήτρα αυτή είχε ως εξής:


«Ο δανειολήπτης βαρύνεται με την καταβολή των εξόδων εκτιμήσεως του ενυπόθηκου ακινήτου[·] όλων των λοιπών εξόδων και φόρων που απορρέουν από την παρούσα συμβολαιογραφική πράξη, από τις καταρτιζόμενες με αυτή πράξεις και συμβάσεις, καθώς και από την καταχώρισή της στο Registro de la Propiedad (Κτηματολόγιο)[·] όλων των λοιπών εξόδων και φόρων που απορρέουν από οποιαδήποτε πράξη είναι αναγκαία για την καταχώριση του παρόντος εγγράφου, καθώς και της διαγραφής του, στο Κτηματολόγιο, περιλαμβανομένων και των λοιπών εξόδων και φόρων που απορρέουν από τις αποδείξεις ολικής ή μερικής είσπραξης των δανειζομένων ποσών, καθώς και των δικηγορικών αμοιβών και των εξόδων δικαστικού επιμελητή σε περίπτωση κινήσεως ένδικης διαδικασίας για την είσπραξη των οφειλομένων, έστω και αν η συμμετοχή των τελευταίων δεν επιβάλλεται από τον νόμο.»


32 Στις 22 Μαρτίου 2018, ο CY άσκησε αγωγή ενώπιον του Juzgado de Primera Instancia n.° 17 de Palma de Mallorca (πρωτοδικείου υπ’ αριθ. 17 της Πάλμα ντε Μαγιόρκα, Ισπανία) με αίτημα τη διαπίστωση, βάσει της νομοθεσίας περί προστασίας του καταναλωτή, της ακυρότητας της τέταρτης και της πέμπτης ρήτρας της επίμαχης συμβάσεως (στο εξής: επίμαχες ρήτρες), λόγω καταχρηστικότητάς τους, καθώς και την επιστροφή του συνόλου των ποσών που είχαν καταβληθεί κατ’ εφαρμογήν των ρητρών αυτών. Η Caixabank αντέταξε ότι οι επίμαχες ρήτρες ήταν απολύτως έγκυρες. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, ο CY θεώρησε ότι ήταν αναγκαίο το εθνικό δικαστήριο να υποβάλει προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο σχετικά με τις επίμαχες ρήτρες.


33 Όσον αφορά τη ρήτρα περί των εξόδων υποθήκης, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η ισπανική νομολογία κρίνει κατά κανόνα το είδος αυτό ρητρών καταχρηστικό και, κατά συνέπεια, άκυρο. Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, όσον αφορά τα αποτελέσματα της ακυρότητας αυτής, τα ισπανικά δικαστήρια έχουν καταλήξει σε αποκλίνουσες και αντιφατικές μεταξύ τους αποφάσεις που περιάγουν τους καταναλωτές και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα σε κατάσταση νομικής αβεβαιότητας. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται σε διάφορες νομολογιακές πρακτικές που, κατ’ αυτό, «μετριάζουν» τα σχετικά με την επιστροφή αποτελέσματα τα οποία παράγει η διαπίστωση της ακυρότητας, διερωτώμενο αν οι πρακτικές αυτές είναι συμβατές με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 σε συνδυασμό με το άρθρο της 7, παράγραφος 1.


34 Όσον αφορά τη ρήτρα που επιβάλλει έξοδα φακέλου, το Juzgado de Primera Instancia n.° 17 de Palma de Mallorca (πρωτοδικείο υπ’ αριθ. 17 της Πάλμα ντε Μαγιόρκα) επισημαίνει ότι τα δευτεροβάθμια δικαστήρια ομόφωνα αναγνωρίζουν τον καταχρηστικό χαρακτήρα και την ακυρότητά της λόγω του ότι τα έξοδα φακέλου δεν αντιστοιχούν σε πραγματικές υπηρεσίες ή έξοδα. Εντούτοις, το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο, Ισπανία) προσφάτως διαφώνησε με τη νομολογία αυτή, εκτιμώντας ότι τα έξοδα φακέλου, ως μέρος του κύριου αντικειμένου μιας συμβάσεως δανείου, πρέπει να εξαιρεθούν από τον έλεγχο του καταχρηστικού χαρακτήρα τους δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς την ορθότητα της συλλογιστικής αυτής του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου) και επίσης διερωτάται αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό επηρεάζεται από το γεγονός ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν μετέφερε το εν λόγω άρθρο 4 στο ισπανικό δίκαιο προκειμένου να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή, σύμφωνα με το άρθρο 8 της ως άνω οδηγίας.