ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)της 16ης Ιουλίου 2020 (*)


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 16ης Ιουλίου 2020 (*)


«Προδικαστική παραπομπή – Παραδεκτό – Άρθρο 267 ΣΛΕΕ – Έννοια του “εθνικού δικαστηρίου” – Κριτήρια – Κοινωνική πολιτική – Οδηγία 2003/88/ΕΚ – Πεδίο εφαρμογής – Άρθρο 7 – Ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών – Οδηγία 1999/70/ΕΚ – Συμφωνία-πλαίσιο CES, UNICE και CEEP περί εργασίας ορισμένου χρόνου – Ρήτρες 2 και 3 – Έννοια του “εργαζόμενου ορισμένου χρόνου” – Ειρηνοδίκες και τακτικοί δικαστές – Διαφορετική μεταχείριση – Ρήτρα 4 – Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων – Έννοια των “αντικειμενικών λόγων”»


Στην υπόθεση C‑658/18,


με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε ο Giudice di pace di Bologna (ειρηνοδίκης της Μπολόνια, Ιταλία) με απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2018, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Οκτωβρίου 2018, στο πλαίσιο της δίκης


UX


κατά


Governo della Repubblica italiana,


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),


συγκείμενο από τους A. Arabadjiev (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, P. G. Xuereb και T. von Danwitz, δικαστές,


γενική εισαγγελέας: J. Kokott


γραμματέας: R. Schiano, διοικητικός υπάλληλος,


έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 28ης Νοεμβρίου 2019,


λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:


– η UX, εκπροσωπούμενη από τους G. Guida, F. Sisto, F. Visco, και V. De Michele, avvocati,


– η Governo della Repubblica italiana, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από την L. Fiandaca και τον F. Sclafani, avvocati dello Stato,


– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους G. Gattinara και M. van Beek,


αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 23ης Ιανουαρίου 2020,


εκδίδει την ακόλουθη


Απόφαση


1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ καθώς και του άρθρου 31, παράγραφος 2, και του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), την αρχή της ευθύνης των κρατών μελών για παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης, καθώς και την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 3, και του άρθρου 7 της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργανώσεως του χρόνου εργασίας (ΕΕ 2003, L 299, σ. 9), καθώς και των ρητρών 2 και 4 της συμφωνίας‑πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου η οποία συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο), που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο CES, UNICE και CEEP για την εργασία ορισμένου χρόνου (ΕΕ 1999, L 175, σ. 43).


2 H αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της UX και της Governo della Repubblica italiana (Κυβερνήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας) σχετικά με αίτημα προς αποκατάσταση της ζημίας η οποία προκλήθηκε λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης από το ιταλικό κράτος.


Το νομικό πλαίσιο


Το δίκαιο της Ένωσης


Η οδηγία 89/391/ΕΟΚ


3 Το άρθρο 2 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (ΕΕ 1989, L 183, σ. 1), ορίζει τους τομείς δραστηριοτήτων τους οποίους αφορά η οδηγία αυτή:


«1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλους τους δημόσιους ή ιδιωτικούς τομείς δραστηριοτήτων (βιομηχανικές, γεωργικές, εμπορικές, διοικητικές, εκπαιδευτικές, πολιτιστικές δραστηριότητες, δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών, αναψυχής κ.λπ.).


2. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται όταν δεν το επιτρέπουν εγγενείς ιδιαιτερότητες ορισμένων δραστηριοτήτων του δημόσιου τομέα, π.χ. στις ένοπλες δυνάμεις ή στην αστυνομία, ή ορισμένων συγκεκριμένων δραστηριοτήτων στις υπηρεσίες πολιτικής άμυνας.


Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να εξασφαλίζεται, όσον αυτό είναι δυνατόν, η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων, έχοντας υπόψη τους στόχους της παρούσας οδηγίας.»


Η οδηγία 2003/88


4 Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 έως 3, της οδηγίας 2003/88, με τίτλο «Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής», ορίζει τα ακόλουθα:


«1. Η παρούσα οδηγία καθορίζει τις στοιχειώδεις προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας όσον αφορά την οργάνωση του χρόνου εργασίας.


2. Εφαρμόζεται:


α) στις ελάχιστες περιόδους [...] ετήσιας άδειας [...]


[...]


3. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλους τους ιδιωτικούς ή δημόσιους τομείς δραστηριοτήτων, κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ, με την επιφύλαξη των άρθρων 14, 17, 18 και 19 της παρούσας οδηγίας.


[...]»


5 Το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Ετήσια άδεια», ορίζει τα ακόλουθα:


«1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας.


2. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης.»


Η οδηγία 1999/70


6 Η αιτιολογική σκέψη 17 της οδηγίας 1999/70 έχει ως ακολούθως:


«όσον αφορά τους όρους που χρησιμοποιούνται στη συμφωνία πλαίσιο χωρίς να ορίζονται επακριβώς, η παρούσα οδηγία αφήνει στα κράτη μέλη τη μέριμνα να ορίσουν τους εν λόγω όρους σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία ή/και τις εθνικές τους πρακτικές, όπως ισχύει για άλλες οδηγίες κοινωνικού χαρακτήρα που περιέχουν παρόμοιους όρους, με την προϋπόθεση ότι οι σχετικοί ορισμοί δεν θα είναι αντίθετοι προς τη συμφωνία πλαίσιο».


7 Το άρθρο 1 της ως άνω οδηγίας προβλέπει ότι αυτή «αποσκοπεί στην υλοποίηση της συμφωνίας πλαισίου [...], που εμφαίνεται στο παράρτημα και η οποία συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 μεταξύ διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (CES, UNICE και CEEP).


8 Κατά τη ρήτρα 1 της συμφωνίας-πλαισίου, αυτή έχει ως σκοπό, αφενός, τη βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και, αφετέρου, την καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου.


9 Η ρήτρα 2 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», προβλέπει τα ακόλουθα:


«1. Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος.


2. Τα κράτη μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να αποφασίσουν ότι η παρούσα συμφωνία δεν εφαρμόζεται:


α) στις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας·


β) στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού δημόσιου ή από το δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης.»


10 Η ρήτρα 3 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο «Ορισμοί» έχει ως ακολούθως:


«Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, νοείται ως:


1. “εργαζόμενος ορισμένου χρόνου” νοείται ένα πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως [η] παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, η ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή [η] πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος·


2. “αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου” νοείται ο εργαζόμενος που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια επιχείρηση, και απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία/απασχόληση, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων [...]».


11 Η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο «Αρχή της μη διάκρισης», ορίζει τα εξής:


«1. Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.


2. Όπου κρίνεται αναγκαίο, εφαρμόζεται η αρχή pro rata temporis.»


Το ιταλικό δίκαιο


12 Το άρθρο 106 του ιταλικού Συντάγματος περιλαμβάνει θεμελιώδεις διατάξεις σχετικές με την πρόσβαση στο δικαστικό λειτούργημα:


«Οι δικαστές διορίζονται κατόπιν διαγωνισμού.


Ο νόμος για την οργάνωση της δικαιοσύνης μπορεί να επιτρέπει τον διορισμό, ακόμη και κατόπιν επιλογής χωρίς διαγωνισμό, ασκούντων το τιμητικό λειτούργημα του επί θητεία δικαστή [“onorari”], που έχουν όλες τις αρμοδιότητες μονομελούς δικαστηρίου.


[...]»


13 Ως είχε στο διάστημα των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, ο legge n. 374 – Istituzione del giudice di pace (νόμος 374 για το λειτούργημα του ειρηνοδίκη), της 21ης Νοεμβρίου 1991 (τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 278, της 27ης Νοεμβρίου 1991, σ. 5, στο εξής: νόμος 374/1991), όριζε τα ακόλουθα:


«Άρθρο 1


Λειτούργημα και καθήκοντα του ειρηνοδίκη


1. Θεσπίζεται ο θεσμός του ειρηνοδίκη, ο οποίος έχει δικαιοδοσία σε αστικές και ποινικές υποθέσεις και ασκεί καθήκοντα διαμεσολαβητή σε αστικές υποθέσεις σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον παρόντα νόμο.


2. Οι θέσεις ειρηνοδικών καλύπτονται από επί θητεία δικαστές ανήκοντες στο δικαστικό σώμα.


[...]


Άρθρο 3


Οργανόγραμμα και πίνακας προσωπικού των ειρηνοδικείων


1. Το οργανικό πλαίσιο των διοριζόμενων στα ειρηνοδικεία επί θητεία δικαστών περιλαμβάνει 4 700 θέσεις· [...]


[...]


Άρθρο 4


Διορισμός


1. Οι επί θητεία δικαστές που καλούνται να ασκήσουν το λειτούργημα του ειρηνοδίκη διορίζονται με διάταγμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, μετά από απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου προτάσει του κατά τόπον αρμοδίου δικαστικού συμβουλίου, που συμπληρώνεται με πέντε εκπροσώπους οριζόμενους, κατόπιν κοινής συμφωνίας, από τους δικηγορικούς συλλόγους και τους δικηγορικούς συλλόγους της περιφέρειας του οικείου εφετείου.


[...]


Άρθρο 10


Καθήκοντα του ειρηνοδίκη


1. Ο ειρηνοδίκης ασκεί τα καθήκοντα των τακτικών δικαστών.


[...]


Άρθρο 11


Αποδοχές του ειρηνοδίκη


1. Οι ειρηνοδίκες ασκούν το τιμητικό λειτούργημα του επί θητεία δικαστή.


2. Οι επί θητεία δικαστές που ασκούν καθήκοντα ειρηνοδίκη εισπράττουν αποζημίωση ύψους 70 000 [λιρών Ιταλίας (ITL) (περίπου 35 ευρώ)] για κάθε συνεδρίαση, αστική ή ποινική, ακόμη και αν δεν πρόκειται για επ’ ακροατηρίου συζήτηση, και για κάθε σφράγιση, και 110 000 ITL [περίπου 55 ευρώ] για κάθε άλλη ανατεθείσα σε αυτούς διαδικασία που περατώνεται ή διαγράφεται από το πινάκιο.


3. Εισπράττουν επίσης αποζημίωση ύψους 500 000 ITL [περίπου 250 ευρώ] για κάθε μήνα πραγματικής υπηρεσίας για έξοδα κατάρτισης, δαπάνες ανακύκλωσης και για γενικά έξοδα παραστάσεως.


[...]


4 bis. Οι αποζημιώσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο μπορούν να σωρεύονται με συντάξεις και άλλες συνταξιοδοτικές παροχές, ανεξαρτήτως της ονομασίας τους.


4 ter. Οι αποζημιώσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να υπερβαίνουν το μικτό ποσό των 72 000 ευρώ κατ’ έτος.»


14 Κατά το άρθρο 8 bis του legge n. 97, Norme sullo stato giuridico dei magistrati e sul trattamento economico dei magistrati ordinari e amministrativi, dei magistrati della giustizia militare e degli avvocati dello Stato (νόμου 97 περί κανόνων σχετικά με το νομικό καθεστώς των δικαστών και τις αποδοχές των τακτικών και των διοικητικών δικαστών, των δικαστών της στρατιωτικής δικαιοσύνης και των νομικών εκπροσώπων του Δημοσίου), της 2ας Απριλίου 1979, που ίσχυε κατά την περίοδο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως:


«[...] οι τακτικοί, οι διοικητικοί, οι φορολογικοί και οι στρατιωτικοί δικαστές, καθώς και νομικοί εκπρόσωποι του Δημοσίου (avvocati dello Stato και procuratori dello Stato) δικαιούνται ετήσιας αδείας 30 ημερών».


15 Το άρθρο 24 του decreto legislativo n. 116 – Riforma organica della magistratura onoraria e altre disposizioni sui giudici di pace, nonché disciplina transitoria relativa ai magistrati onorari in servizio, a norma della legge 28 aprile 2016, n. 57 (νομοθετικού διατάγματος 116 περί οργανικής μεταρρυθμίσεως του τιμητικού λειτουργήματος των επί θητεία δικαστών και περί άλλων διατάξεων σχετικών με τους ειρηνοδίκες, καθώς και περί μεταβατικού καθεστώτος ισχύοντος για τους υπηρετούντες επί θητεία δικαστές, σε εκτέλεση του νόμου 57 της 28ης Απριλίου 2016), της 13ης Ιουλίου 2017 (GURI αριθ. 177 της 31ης Ιουλίου 2017, σ. 1), προβλέπει την καταβολή αποζημιώσεως για την περίοδο διακοπών για τους ειρηνοδίκες, αλλά μόνο για τους επί θητεία δικαστές που έχουν αναλάβει καθήκοντα μετά τις 16 Αυγούστου 2017.


Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα


16 Η αιτούσα της κύριας δίκης διορίστηκε «Guidice di pace» (ειρηνοδίκης) στις 23 Φεβρουαρίου 2001 και άσκησε τα καθήκοντα αυτά σε δύο διαφορετικά δικαστήρια από το 2002 έως το 2005 και, στη συνέχεια, από το 2005 μέχρι σήμερα.


17 Από την 1η Ιουλίου 2017 μέχρι τις 30 Ιουνίου 2018, η αιτούσα της κύριας δίκης εξέδωσε 478 αποφάσεις ως ποινική δικαστής, 1 113 διατάξεις περί παύσεως της ποινικής δίωξης σε βάρος γνωστών υπόπτων και 193 διατάξεις περί παύσεως της ποινικής δίωξης σε βάρος αγνώστων υπόπτων ως «guidice dell’indagine preliminare» (δικαστής αρμόδιος για την προανάκριση). Στο πλαίσιο των καθηκόντων της, διεξάγει, ως δικαστής μονομελούς σύνθεσης, δύο συνεδριάσεις την εβδομάδα, με εξαίρεση το διάστημα αδείας άνευ αποδοχών του Αυγούστου, κατά τη διάρκεια του οποίου οι διαδικαστικές προθεσμίες αναστέλλονται.


18 Τον Αύγουστο του 2018, κατά τη διάρκεια της άνευ αποδοχών αδείας της, η αιτούσα της κύριας δίκης δεν άσκησε καμία δραστηριότητα ως ειρηνοδίκης και, κατά συνέπεια, δεν έλαβε καμία αποζημίωση.


19 Στις 8 Οκτωβρίου 2018 η αιτούσα της κύριας δίκης προσέφυγε ενώπιον του Giudice di pace di Bologna (ειρηνοδίκη της Μπολόνια, Ιταλία), ζητώντας την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος της Governo della Republicca italiana (Κυβερνήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας) για ποσό 4 500,00 ευρώ, που αντιστοιχεί, κατ’ αυτήν, στις αποδοχές της για τον Αύγουστο του 2018, τις οποίες θα εδικαιούτο ένας τακτικός δικαστής έχων την αυτή αρχαιότητα με την ίδια, ως αποκατάσταση της ζημίας που εκτιμά ότι υπέστη λόγω πρόδηλης παραβάσεως εκ μέρους του ιταλικού κράτους ιδίως της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου και του άρθρου 7 της οδηγίας 2003/88 καθώς και του άρθρου 31 του Χάρτη. Επικουρικώς, η αιτούσα της κύριας δίκης ζητεί να υποχρεωθεί η Ιταλική Κυβέρνηση να καταβάλει, για τον ίδιο λόγο, ποσό 3 039,76 ευρώ, υπολογιζόμενο βάσει της καθαρής αποζημιώσεως που έλαβε τον Ιούλιο του 2018.


20 Στο πλαίσιο αυτό, από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι τα ποσά που καταβάλλονται στους ειρηνοδίκες συνδέονται με την παρεχόμενη εργασία και υπολογίζονται σε σχέση με τον αριθμό των εκδιδομένων αποφάσεων. Κατά συνέπεια, το διάστημα της αδείας του Αυγούστου, η αιτούσα της κύριας δίκης δεν έλαβε καμία αποζημίωση, ενώ οι τακτικοί δικαστές δικαιούνται άδεια μετ’ αποδοχών 30 ημερών. Το άρθρο 24 του νομοθετικού διατάγματος 116 της 13ης Ιουλίου 2017, που προβλέπει, έκτοτε, την καταβολή αποδοχών για την περίοδο των αδειών στους ειρηνοδίκες, δεν έχει εφαρμογή στην αιτούσα της κύριας δίκης λόγω της ημερομηνίας αναλήψεως καθηκόντων της.


21 Από την εν λόγω απόφαση προκύπτει επίσης ότι οι ειρηνοδίκες έχουν, στον πειθαρχικό τομέα, υποχρεώσεις ανάλογες εκείνων των τακτικών δικαστών. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο μεριμνά, από κοινού με τον Υπουργό Δικαιοσύνης, για την τήρησή τους.


22 Ο Giudice di pace di Bologna (ειρηνοδίκης της Μπολόνια) εκτιμά, σε αντίθεση με τα ανώτατα ιταλικά δικαστήρια, ότι οι ειρηνοδίκες πρέπει να λογίζονται ως «εργαζόμενοι», παρά τον «τιμητικό» χαρακτήρα του λειτουργήματός τους, βάσει των διατάξεων της οδηγίας 2003/88 και της συμφωνίας-πλαισίου. Προς στήριξη της ως άνω απόψεως, αναφέρεται μεταξύ άλλων, στη σχέση εξαρτήσεως η οποία, κατ’ αυτόν, χαρακτηρίζει τη σχέση μεταξύ των ειρηνοδικών και του Ministero della giustizia (Υπουργείου Δικαιοσύνης, Ιταλία). Ομοίως, οι ειρηνοδίκες όχι μόνον υπόκεινται στην πειθαρχική εξουσία του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, αλλά περιλαμβάνονται επίσης στον πίνακα προσωπικού του. Επιπλέον, οι βεβαιώσεις αποδοχών των ειρηνοδικών εκδίδονται με τον ίδιο τρόπο με εκείνον που προβλέπεται για τους δημοσίους υπαλλήλους, οι δε αποδοχές του ειρηνοδίκη εξομοιώνονται προς αυτές του μισθωτού. Επομένως, η οδηγία 2003/88 και η συμφωνία-πλαίσιο έχουν εφαρμογή ως προς αυτούς.


23 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Giudice di pace di Bologna (ειρηνοδίκης της Μπολόνια), αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο πέντε προδικαστικά ερωτήματα.


24 Με απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2019, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Νοεμβρίου 2019, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αποσύρει το τέταρτο και το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, διατηρώντας το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα, που έχουν ως εξής:


«1) Εμπίπτει ο ειρηνοδίκης, ως δικαστής που υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα, στην έννοια του τακτικού δικαστηρίου που διαθέτει την αρμοδιότητα να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως σύμφωνα με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, ακόμη και αν η εσωτερική έννομη τάξη δεν του αναγνωρίζει, λόγω του επισφαλούς εργασιακού καθεστώτος του, όρους εργασίας ισοδύναμους με εκείνους των επαγγελματιών δικαστών, μολονότι ασκεί τα ίδια δικαιοδοτικά καθήκοντα εντασσόμενος στο εθνικό δικαστικό σύστημα, κατά παράβαση των εγγυήσεων ανεξαρτησίας και αμεροληψίας των τακτικών δικαστηρίων, τις οποίες εκθέτει το Δικαστήριο στις αποφάσεις [της 19ης Σεπτεμβρίου 2006, Wilson (C‑506/04, ΕU:C:2006:587, σκέψεις 47 έως 53), της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses (C‑64/16, EU:C:2018:117, σκέψεις 32 και 41 έως 45), και της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος) (C‑216/18 PPU, EU:C:2018:586, σκέψεις 50 έως 54)];


2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως επί του πρώτου ερωτήματος, εμπίπτει η υπηρεσιακή δραστηριότητα της αιτούσας ειρηνοδίκη στην έννοια του “εργαζομένου ορισμένου χρόνου”, που προβλέπεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, παράγραφος 3, και 7 της οδηγίας[-πλαισίου], της ρήτρας 2 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με την οδηγία 1999/70 και του άρθρου 31, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η εν λόγω έννοια ερμηνεύεται από το Δικαστήριο στις αποφάσεις [της 1ης Μαρτίου 2012, O’Brien (C‑393/10, EU:C:2012:110), και της 29ης Νοεμβρίου 2017, King (C‑214/16, EU:C:2017:914)], και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, δύναται ο τακτικός ή επαγγελματίας δικαστής να θεωρηθεί εργαζόμενος αορίστου χρόνου αντίστοιχος προς τον εργαζόμενο ορισμένου χρόνου που είναι ο «ειρηνοδίκης», για τους σκοπούς εφαρμογής των ίδιων όρων εργασίας σύμφωνα με τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου που τέθηκε σε εφαρμογή με την οδηγία[-πλαίσιο];


3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα, αντίκειται το άρθρο 47 του Χάρτη [...], σε συνδυασμό με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την ευθύνη του ιταλικού κράτους για πρόδηλη παραβίαση του [ενωσιακού] δικαίου από δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικο μέσο [αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler (C‑224/01, EU:C:2003:513), της 13ης Ιουνίου 2006, Traghetti del Mediterraneo (C‑173/03, EU:C:2006:391) και της 24ης Νοεμβρίου 2011, Επιτρoπή κατά Ιταλίας (C‑379/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:775)], στο άρθρο 2, παράγραφοι 3 και 3bis, του legge n. 117 – Risarcimento dei danni cagionati nell’esercizio delle funzioni giudiziarie e responsabilità civile dei magistrati (νόμου 117 περί ζημιών προκαλούμενων κατά την άσκηση δικαστικών καθηκόντων και περί της αστικής ευθύνης των δικαστών), της 13ης Απριλίου 1988] [...] (GURI αριθ. 88, της 15ης Απριλίου 1988), που προβλέπει ευθύνη του δικαστή για δόλο ή βαρεία αμέλεια “σε περίπτωση πρόδηλης παραβάσεως του νόμου και του δικαίου της [...] Ένωσης” και θέτει τον εθνικό δικαστή ενώπιον της επιλογής –πράγμα που σε κάθε περίπτωση αποτελεί αιτία αστικής και πειθαρχικής ευθύνης έναντι του κράτους σε ένδικες υποθέσεις όπου διάδικος είναι η ίδια η δημόσια διοίκηση, ιδίως όταν ο δικαστής που επιλαμβάνεται της υποθέσεως είναι ειρηνοδίκης ο οποίος εργάζεται υπό καθεστώς ορισμένου χρόνου χωρίς αποτελεσματική νομική, οικονομική και ασφαλιστική προστασία– όπως εν προκειμένω, είτε να παραβεί την εσωτερική ρύθμιση, μην εφαρμόζοντάς την και εφαρμόζοντας το δίκαιο της [...] Ένωσης, όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο, είτε να παραβεί το δίκαιο της [...] Ένωσης, εφαρμόζοντας τις εσωτερικές ρυθμίσεις που αποκλείουν την αναγνώριση της αποτελεσματικής προστασίας και σε αντίθεση με τα άρθρα 1, παράγραφος 3, και 7 της οδηγίας 2003/88, με τις ρήτρες 2 και 4 της [συμφωνίας-πλαισίου] και με το άρθρο 31, παράγραφος 2, του [Χάρτη];»


Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου


25 Το αιτούν δικαστήριο ζήτησε να εκδικασθεί η υπό κρίση υπόθεση με την επείγουσα προδικαστική διαδικασία του άρθρου 23α του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


26 Στις 6 Νοεμβρίου 2018 το Δικαστήριο αποφάσισε, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να μην κάνει δεκτό το αίτημα αυτό.


Επί του αιτήματος επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας


27 Μετά την ανάπτυξη των προτάσεων της γενικής εισαγγελέα, η αιτούσα της κύριας δίκης, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Ιανουαρίου 2020, ζήτησε να διαταχθεί η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 83 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.


28 Προς στήριξη του αιτήματός της, υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, όσον αφορά τα στοιχεία που συνθέτουν τις αποδοχές των ειρηνοδικών, η γενική εισαγγελέας στηρίχθηκε, στις προτάσεις της, σε νομολογία του Δικαστηρίου η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεως κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 28ης Νοεμβρίου 2019. Η αιτούσα της κύριας δίκης αμφισβητεί την εκτίμηση της γενικής εισαγγελέα σχετικά με τη μέθοδο υπολογισμού της αποζημιώσεως αδείας και, ειδικότερα, ορισμένες πτυχές των αποδοχών που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό της εν λόγω αποζημιώσεως. Ως εκ τούτου, η αιτούσα της κύριας δίκης φρονεί ότι η γενική εισαγγελέας διατύπωσε νέα επιχειρηματολογία που δεν είχε συζητηθεί κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.


29 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 252, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ο γενικός εισαγγελέας διατυπώνει δημοσία, με πλήρη αμεροληψία και ανεξαρτησία, αιτιολογημένες προτάσεις επί των υποθέσεων οι οποίες, σύμφωνα με τον Οργανισμό του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαιτούν την παρέμβασή του. Το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται ούτε από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα ούτε από την αιτιολογία βάσει της οποίας αυτός καταλήγει στις εν λόγω προτάσεις (απόφαση της 19ης Μαρτίου 2020, Sánchez Ruiz κ.λπ., C‑103/18 και C‑429/18, EU:C:2020:219, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


30 Σημειώνεται επίσης, στο πλαίσιο αυτό, ότι ο Οργανισμός του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο Κανονισμός Διαδικασίας δεν προβλέπουν δυνατότητα των διαδίκων ή των ενδιαφερομένων περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 23 του Οργανισμού αυτού να διατυπώνουν παρατηρήσεις προς απάντηση στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα. Η διαφωνία οποιουδήποτε από τους διαδίκους ή τους ενδιαφερομένους με τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, όποια και αν είναι τα ζητήματα που εξετάζει ο γενικός εισαγγελέας με τις προτάσεις του αυτές, δεν συνιστά, συνεπώς, αυτή και μόνη επαρκή λόγο για την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας (απόφαση της 19ης Μαρτίου 2020, Sánchez Ruiz κ.λπ., C‑103/18 και C‑429/18, EU:C:2020:219, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


31 Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το αίτημα περί επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας, καθόσον η αιτούσα της κύριας δίκης επιδιώκει με αυτό να της δοθεί η δυνατότητα να απαντήσει στη θέση που έλαβε η γενική εισαγγελέας με τις προτάσεις της.


32 Συναφώς, κατά το άρθρο 83 του Κανονισμού Διαδικασίας του, το Δικαστήριο μπορεί, οποτεδήποτε, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, ιδίως αν κρίνει ότι δεν έχει διαφωτιστεί επαρκώς ή όταν ένας διάδικος, μετά τη λήξη της διαδικασίας αυτής, επικαλείται νέο πραγματικό περιστατικό δυνάμενο να ασκήσει αποφασιστική επιρροή επί της αποφάσεως του Δικαστηρίου, ή ακόμα όταν, προς επίλυση της διαφοράς, το Δικαστήριο χρειάζεται να στηριχθεί σε επιχείρημα επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων ή των κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενδιαφερομένων.


33 Εν προκειμένω, όμως, το Δικαστήριο, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, κρίνει ότι έχει στη διάθεσή του όλα τα αναγκαία στοιχεία για να δώσει απάντηση στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου και ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν χρειάζεται να στηριχθεί σε επιχείρημα επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων.


34 Κατόπιν των προεκτεθέντων, δεν συντρέχει λόγος να διαταχθεί η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.


Επί των προδικαστικών ερωτημάτων


Επί του παραδεκτού


35 Η Ιταλική Δημοκρατία και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζουν, πρώτον, ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη καθ’ ολοκληρίαν, επειδή ο ειρηνοδίκης που υπέβαλε τα προδικαστικά ερωτήματα δεν μπορεί να θεωρηθεί εθνικό δικαστήριο, κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, λόγω μη συνδρομής τριών ουσιωδών προϋποθέσεων.


36 Κατά πρώτο λόγο, η απαίτηση ανεξαρτησίας δεν ικανοποιείται, ιδίως, υπό το πρίσμα της δεύτερης πτυχής της, η οποία είναι εσωτερικής φύσεως, καθόσον ο επιληφθείς της υποθέσεως δικαστής έχει κατ’ ανάγκην συμφέρον για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, διότι ανήκει και ο ίδιος στην κατηγορία των ειρηνοδικών. Ως εκ τούτου, ο επιληφθείς της υποθέσεως δικαστής δεν μπορεί να θεωρηθεί αμερόληπτος.


37 Κατά δεύτερο λόγο, όσον αφορά τον δεσμευτικό χαρακτήρα της δικαιοδοσίας του επιληφθέντος δικαστηρίου, η Ιταλική Δημοκρατία και η Επιτροπή υποστηρίζουν, αφενός, ότι τα αιτήματα της αιτούσας της κύριας δίκης εντάσσονται στο πλαίσιο διαφοράς στον τομέα του εργατικού δικαίου η οποία αφορά το αν οι ειρηνοδίκες είναι εργαζόμενοι και, αφετέρου, ότι η αρμοδιότητα του ειρηνοδίκη στηρίζεται σε κατάτμηση, απαγορευόμενη από το ιταλικό δίκαιο, των αξιώσεων της αιτούσας της κύριας δίκης έναντι του ιταλικού κράτους.


38 Κατά τρίτο λόγο, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή φρονούν ότι, εν προκειμένω, η ενώπιον του επιληφθέντος της υποθέσεως δικαστή διαδικασία διαταγής πληρωμής δεν είναι διαδικασία διεξαγόμενη κατ’ αντιμωλίαν.


39 Δεύτερον, η Επιτροπή διατυπώνει αμφιβολίες, αφενός, επί της αναγκαιότητας υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως και, αφετέρου, επί της λυσιτέλειας των υποβαλλόμενων ερωτημάτων για τη λύση της διαφοράς της κύριας δίκης. Εκτιμά, κατά πρώτο λόγο, ότι το αιτούν δικαστήριο, μολονότι εκθέτει, στο σημείο 22 της αποφάσεως περί παραπομπής, ότι μια τέτοια προδικαστική παραπομπή δεν είναι αναγκαία, εντούτοις δεν εξηγεί σαφώς τους λόγους για τους οποίους έχει αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης. Κατά δεύτερο λόγο, η Επιτροπή θεωρεί, αφενός, ότι το δεύτερο ερώτημα δεν υποβάλλεται προκειμένου να διαλυθεί μια πραγματική αμφιβολία του επιληφθέντος της υποθέσεως δικαστηρίου περί της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης και, αφετέρου, ότι το τρίτο ερώτημα δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης.


40 Συναφώς, πρέπει να εξεταστεί, πρώτον, το ζήτημα αν, εν προκειμένω, ο υποβάλλων προδικαστικό ερώτημα ειρηνοδίκης ικανοποιεί τα κριτήρια για να θεωρηθεί εθνικό δικαστήριο, κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.


41 Η ως άνω προβληματική ανακύπτει επίσης από το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, με το οποίο ζητείται κατ’ ουσίαν να προσδιοριστεί αν ο ειρηνοδίκης είναι «δικαστήριο κράτους μέλους», κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.


42 Κατά πάγια νομολογία, προς εκτίμηση του αν το όργανο που υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα έχει τον χαρακτήρα «δικαστηρίου», κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, ζήτημα το οποίο εμπίπτει αποκλειστικά στο δίκαιο της Ένωσης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ένα σύνολο στοιχείων, όπως είναι η ίδρυση του οργάνου αυτού με νόμο, η μονιμότητά του, ο δεσμευτικός χαρακτήρας της δικαιοδοσίας του, ο κατ’ αντιμωλίαν χαρακτήρας της ενώπιόν του διαδικασίας, η εκ μέρους του οργάνου αυτού εφαρμογή των κανόνων δικαίου, καθώς και η ανεξαρτησία του (απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2020, Banco de Santander, C‑274/14, EU:C:2020:17, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


43 Εν προκειμένω, τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία δεν δίνουν λαβή για αμφιβολίες ως προς το ότι ο ειρηνοδίκης ικανοποιεί τα κριτήρια της ιδρύσεως της θέσεώς του με νόμο, τη μονιμότητά του και την εκ μέρους του εφαρμογή κανόνων δικαίου.


44 Αντιθέτως, ανακύπτει, καταρχάς, το ζήτημα αν ικανοποιείται το κριτήριο της ανεξαρτησίας. Το αιτούν δικαστήριο εκφράζει, όσον αφορά τη δική του ανεξαρτησία, επιφυλάξεις που συνδέονται με τους όρους εργασίας των Ιταλών ειρηνοδικών.


45 Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι η ανεξαρτησία των εθνικών δικαστηρίων είναι ουσιώδους σημασίας για την ορθή λειτουργία του συστήματος δικαστικής συνεργασίας το οποίο ενσαρκώνει ο μηχανισμός προδικαστικής παραπομπής του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι, κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου που υπομνήσθηκε στη σκέψη 42 της παρούσας αποφάσεως, ο μηχανισμός αυτός είναι δυνατόν να ενεργοποιείται μόνον από επιφορτισμένο με την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης όργανο το οποίο ανταποκρίνεται, μεταξύ άλλων, στο προαναφερθέν κριτήριο της ανεξαρτησίας (απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2020, Banco de Santander, C